Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016




Μονοφωνικός Ήχος
Chrys.






Μια σχέση μεταλλική
Καθόταν και κοιτούσε τον ηλιακό θερμοσίφωνα στο απέναντι σπίτι. Κάθε μέρα το απόγευμα, όταν έπεφτε ο ήλιος, από το παράθυρο το δυτικό του γραφείου απλωνόταν μια πατίνα από χρυσάφι, ένας δρόμος ή ένα χέρι που έπαιρνε το δικό του και τον σεργιανούσε σε ατέλειωτες διαδρομές πάνω στο φως που εξέπνεαν τα μέταλλα του θερμοσίφωνα. Ήταν ένα φως στενάχωρο, μιαν αντίφαση, ήταν εικόνες που έβγαιναν από το αίμα του ήλιου, ήταν φωνές.
Και η προέλευσή τους άγνωστη. Αυτό ήταν που δεν καταλάβαινε καθόλου ο Παύλος. Άκουγε από τους φίλους του να του μιλάνε για παλιές αγάπες, για αγάπες που δεν πρόλαβαν να γίνουν καν αγάπες, αλλά υπήρχαν, ήταν εκεί, τις έβλεπαν, τις άγγιζαν όταν επέτρεπαν στον εαυτό τους λίγο από την απόλαυση του νεκρού χρόνου. Για τον Παύλο, όμως, το ταξίδι που έκανε στον ήλιο, τις στιγμές που επέτρεπε στον εαυτό του να χάνεται στη φαντασία του, ήταν διαφορετικό. Καμία γυναίκα από αυτές που έβλεπε δεν ήταν από το παρελθόν του, καμία δεν ήξερε, πότε δεν ήταν μία γυναίκα, αλλά κάθε φορά και διαφορετική. Ούτε τα νεανικά του όνειρα που δεν έγιναν πραγματικότητα, τα είδε ποτέ να πατινάρουν πάνω στο φως του ηλιακού  θερμοσίφωνα.  Και σε αυτό διέφερε από τους φίλους του.
Πόσες φορές τους είχε ακούσει όλους τους, τον Κώστα, τον Δημήτρη, τον Φοίβο, τον Μάνο, να αναπολούν – έτσι του έλεγαν, άσχετα αν δεν τα είχαν πραγματοποιήσει τα όνειρά τους – δικηγορικά γραφεία, εισαγγελίες, ιατρεία και κυρίως πανεπιστημιακές καριέρες.  Ήταν αυτές οι στιγμές που ο Παύλος αναπηδούσε στην καρέκλα του, που πίεζε κάτω από τη γλώσσα του ένα στρατό από λέξεις, που αν δεν το έκανε, θα έβγαινε με τα κοντάρια του και θα τους έτρωγε τους φίλους του. Γιατί αναπολούσαν με τη σιγουριά του παραιτημένου. Με τη σιγουριά και την ασφάλεια που νιώθει κανείς όταν πια είναι στο έδαφος. Γιατί τελικά δεν αναπολούσαν καθόλου, αλλά ο ένοχος μέσα τους έβγαινε να φωνάξει δυνατά πως αυτός πρόδωσε το σύννεφο. Και ο Παύλος τότε γέμιζε από συμπόνια.  Ο θυμός του έφευγε τελείως τότε.
Εκείνος, όταν ζούσε μέσα στις αναθυμιάσεις από τους υδρατμούς του νεκρού χρόνου,  δεν νοσταλγούσε μια έδρα στην εγκληματολογία, όπως ήταν το νεανικό του όνειρο. Από το αίμα του ήλιου που κύλαγε πάνω στο θερμοσίφωνα, ξεφύτρωναν άλλες εικόνες. Ήταν κάποιες λάμψεις, όχι σκιές από φιγούρες που βημάτιζαν σε κάποιο αμφιθέατρο, όχι σκόνες από παλιά βιβλία, αλλά αστραφτερά πιάτα και τζάμια, τζάμια πολλά.
«Μακάρι να ήμουνα καθαριστής τζαμιών» μονολογούσε συχνά τον τελευταίο καιρό, κι άφηνε το βλέμμα του να παρασυρθεί σε έναν φωτεινό κόσμο από γυαλιά που τον έσβηνε μόνο το σφουγγάρι της νύχτας.

Γυάλινη φαντασίωση
Σήμερα, μέσα στους αχνούς που έβγαζαν τα μέταλλα και τα ηλιακά πάνελ του θερμοσίφωνα έβλεπε τον εαυτό του να στέκεται στον 12ο όροφο αυτού του πολύ ωραίου γυάλινου πύργου που συναντούσε στο δρόμο καθώς πήγαινε για τη δουλειά. Πολύ ωραίος πύργος όντως, χωρίς να φαίνεται ίχνος από τον μεταλλικό του σκελετό, χωρίς να υπάρχουν γραμμές στην εξωτερική του επιφάνεια, όπως σε κάτι παλιά ψηλά κτήρια όπου διέκρινες χωρίσματα μεταξύ των τζαμιών. Σε αυτό το κτήριο το γυαλί ήταν φορεμένο ολόκληρο από πάνω σαν βραδινό γυναικείο φόρεμα. Υπήρχε πολύ χώρος στην τζαμαρία για κάθε ιστορία, πουθενά δεν σκάλωνες. Τι αυτοκίνητα έβλεπες να τρέχουν εκεί πάνω που έσερναν πίσω τους ολόκληρες γειτονιές που δεν υπήρχαν πια, τι σύννεφα έβλεπες να φυσάνε μουσικές που ακόμα δεν έχουν γραφτεί. Τελικά παρά την εμπορική – εμπορικότατη τα πρώτα χρόνια – χρήση του ως γραφεία επιχειρήσεων,  το κτήριο κατέληξε άλλου. Από ναός των golden boys και των spread sheets έγινε πύλη φαντασίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι περισσότερες εταιρείες, σε μια προσπάθεια να μαντρώσουν τα μυαλά των ξεμυαλισμένων υπαλλήλων τους, άρχισαν από ένα σημείο και μετά να το εγκαταλείπουν η μια μετά την άλλη. Η ζημιά όμως μάλλον είχε γίνει. 
Γενικά, ο θερμοσίφωνας στο κτήριο που βρισκόταν απέναντι από το γραφείο του Παύλου είχε πολύ καλές σχέσεις με τον γυάλινο πύργο. Πολλές φορές ο Παύλος φανταζόταν μέρος της επιφάνειάς του να αντανακλάται πάνω στα ηλιακά πάνελ. Τις περισσότερες από αυτές τις φορές στα χέρια και παντού στο σώμα του ξεπετιόνταν σφουγγάρια και μια βαθιά επιθυμία χτυπούσε κάτω από το δέρμα του που τον έκανε να θέλει να πάει να καθαρίσει. Σήμερα όμως υπήρχε το θέμα του ορόφου. Το ότι έβλεπε τον εαυτό του να κρέμεται από τον 12ο όροφο του το χάλαγε λίγο. Το κενό, αυτός ήταν ο πρωταγωνιστής σήμερα στο παιχνίδι της φαντασίας του, ούτε τα τζάμια, ούτε τα σφουγγάρια. Το κενό γέμιζε με ένταση το νεκρό χρόνο και έφερνε  ανακατωσούρα στο στομάχι του. Ύστερα από εκείνο το τηλεφώνημα ήταν…

Ένας ακόμα ντετέκτιβ
Από υποθέσεις ο Παύλος, άλλο τίποτα. Μέχρι και εξωτερικούς βοηθούς – τέσσερις παρακαλώ – είχε προσλάβει για να τα φέρει βόλτα. Οι περισσότερες όμως ήταν από εκείνες τις πολύ κλασσικές. Σύζυγοι που υποψιάζονταν ότι η γυναίκα τους τούς απάτα, γυναίκες που υποψιάζονταν τα ίδια για τους άντρες τους, κάποια τρίτα πρόσωπα – αυτοί ήταν οι πιο απεγνωσμένοι – που ήθελαν να βρουν στοιχεία μήπως και καταφέρουν να βγάλουν από την μέση εκείνον τον ενοχλητικό άσσο που στεκόταν…στη μέση.
«Κοίτα να δεις, εγώ δεν είμαι θεατρίνος για να κάνω αυτά τα καραγκιοζιλίκια» βρόντηξαν τα βράχια από μέσα του μία φορά που κάποιος πελάτης του πρότεινε να στήσει μια σκηνή ερωτικού πάθους με τη γυναίκα του ώστε να έχει πάτημα να τη χωρίσει.   
«Είναι δυνατόν εγώ που είμαι εξπέρ στις νέες μεθόδους, που έχω διακριθεί στο πανεπιστήμιο στην ανάλυση εγκλημάτων, να δεχτώ μια τέτοια υπόθεση» είπε βράζοντας σαν παλιός θερμοσίφωνας σε πατάρι αυτή τη φορά.
«Ρε χίλιες φορές τζάμια. Τζάμια με τα σφουγγάρια μου και τα καθαριστικά μου» είπε αφήνοντας τον πελάτη άφωνο που δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν πάλι αυτό με τα τζάμια.

Δεν τον ικανοποιούσε τον Παύλο η δουλειά του. Όχι όπως είχε καταντήσει ή επειδή έτσι είναι τελικά από τη φύση της; Κι όμως δεν έλεγε να την αφήσει. Δεν έλεγε να κάνει ρούπι από τον θερμοσίφωνα του απέναντι κτηρίου που του έφτανε και του περίσσευε. Άλλωστε ήταν και τα βήματα. Λίγο – λίγο είχε καταφέρει να φτιάξει ένα σύστημα κάπως συμπεριφοριστικό μέσω του οποίου καταλάβαινε, έλεγε, πολλά για τα ζευγάρια που παρακολουθούσε. Για παράδειγμα, όταν ένας άνδρας σηκώνεται το πρωί γεμάτος όρεξη να φτιάξει πρωινό ή να πάει τα παιδιά σχολείο, μια τέτοια συμπεριφορά, έλεγε, σε συνδυασμό με την υπερβολή μιας μητρικής και ταυτόχρονα πατρικής σιγουριάς που συχνά τη συνόδευε, ήταν δείγμα πως υπήρχε τρίτο πρόσωπο.
«Πρωινά και κουραφέξαλα» είχε πει τελευταία σε κάποια πελάτισσα του. «Εδώ εγώ βαριέμαι να ξυριστώ το πρωί για να έρθω στη δουλειά, όχι πρωινά και μάλιστα στο ξαφνικό. Ο άντρα σας κυρία μου σάς τα φοράει, και εσείς μου λέτε να σταματήσω την έρευνα για μια ομελέτα. Αχ δεν τους ξέρετε τους άνδρες, δεν τους ξέρετε καθόλου».
Για να φτιάξει τον συμπεριφοριστικό του πίνακα είχε επιστρατέψει ψυχολόγους, φυσιογνωμιστές, είχε περάσει μήνες σε βιβλιοθήκες διαβάζοντας δυτική φιλοσοφία και ανατολική. Στο τέλος απευθύνθηκε σε μια εταιρία λογισμικού ζητώντας τους να εισαγάγουν όλες τις θεωρίες του σε μια  εφαρμογή που θα του επέτρεπε να κάνει συνδυασμούς (να βρίσκει, για παράδειγμα, με ποια άλλη ενοχική συμπεριφορά συνδυάζεται η συμπεριφορά του καλού συζύγου και πατέρα) και να βγάζει ασφαλή συμπεράσματα. Αυτά τα πολύ προοδευτικά – πίστευε αυτός - είχε κάνει και συχνά έπιανε τον εαυτό του που μονολογούσε.
«Να γιατί είμαι τόσο μπροστά από τους άλλους. Γιατί ενώ είμαστε στο 21ο αιώνα οι περισσότεροι συνάδελφοι επιστρατεύουν, άκουσον – άκουσον, το ένστικτο για να τους οδηγήσει στις έρευνές τους».
«Το μυαλό τους και μια λύρα», έλεγε με φανερή ικανοποίηση για τις ικανότητές του. Ικανότητες που συνδύαζαν τη μεθοδικότητα με την επιστημονική γνώση που όμως δεν ήταν αρκετές για να τον κάνουν να νιώθει άνετα στα ρούχα της δουλειά του.
«Που είναι τα εγκλήματα, που είναι οι μεγάλες υποθέσεις που μου υποσχέθηκες ρε Γιώργο» καταριόταν πολλάκις τον εδώ και χρόνια μακαρίτη φίλο του που τον είχε πείσει να εγκαταλείψει τις σκέψεις για ακαδημαϊκή καριέρα στην εγκληματολογία και να συνεταιριστεί μαζί του στο άνοιγμα γραφείου ερευνών. Μόνο που μόλις το γραφείο άνοιξε, τα μάτια του Γιώργου έκλεισαν.
Σιγά – σιγά άρχισαν να κλείνουν και οι μέρες του Παύλου μιας και η δουλειά είχε καταντήσει να είναι μια κλασική δουλειά ντετέκτιβ για το ξεσκέπασμα παράνομων ζευγαριών (αυτό το «παράνομων» έχει ξεμείνει είναι η αλήθεια από προηγούμενες δεκαετίες. Σήμερα είναι κάτι σαν αργκό των ντετέκτιβ που επαναλαμβάνουν ασυναίσθητα παρότι πρακτικά έχει ξεφτίσει). Έτσι δεν απέμειναν και πολλά να τον βγάζουν έξω από τη ρουτίνα και τη βαρεμάρα του. Ένα από αυτά ήταν ο θερμοσίφωνας και οι νεκρές ώρες που περνούσε μαζί του όταν φανταζόταν τον εαυτό του να καθαρίζει τζάμια.

Η μοναξιά του ντετέκτιβ
Το τηλεφώνημα. Εξ’ αιτίας του βρισκόταν σαββατιάτικα στο γραφείο. Μια μεγάλη, πολύ μεγάλη παραχώρηση για τον Παύλο, ο οποίος όσες υποθέσεις και αν είχε να διαλευκάνει, όσο τρέξιμο και αν χρειαζόταν, πάντα κατάφερνε να χωρέσει τη δουλειά μεταξύ Δευτέρας και Παρασκευής. Δούλευε και 18 ώρες σερί άμα ήταν ανάγκη, αλλά να θυσιάσει το σαββατοκύριακό του ποτέ. 
Για τον Παύλο αυτές οι δύο μέρες ήταν ιερές. Τις περνούσε μόνος του. Ούτε με παρέα, ούτε με την αδελφή του και τα δυο του ανίψια, που ήταν οι μόνοι συγγενείς που είχε στον κόσμο, αλλά μόνος του. Προσπαθώντας μάλιστα να δικαιολογήσει τον εαυτό του στους φίλους του, καθώς αρνούταν συνεχώς τις προτάσεις τους για ποτό ή φαγητό μέσα στο σαββατοκύριακο, έλεγε πως χρειαζότανε χρόνο για αυτοσυγκέντρωση. Από ένα σημείο και μετά όμως οι απορρίψεις έγιναν ενοχλητικές με αποτέλεσμα οι φίλοι του να εμφανίζουν στη θέση της μύτης μιαν ελεφαντίσια προβοσκίδα. Τους έλεγε λοιπόν τότε κάτι για διήμερο διαλογισμό πιστεύοντας ότι έτσι τα μπάλωνε. Τι το ήθελε; Αυτό ήταν. Αυτοσυγκέντρωση plus διαλογισμός, ίσον…«Α ρε Βούδα, ε Βούδα» του έλεγε συχνά το πιο πειραχτήρι από τους φίλους του ο Κώστας. Και πάει η προβοσκίδα.
Ο Παύλος – Βούδας το σαββατοκύριακο δεν έκανε κάτι. Αυτό ήταν το θέμα. Ίσως και η ντροπή του. Ξυπνούσε αργά, κατά τις 12:00 και περνούσε τον περισσότερο χρόνο του «συνδεδεμένος». Ουσιαστικά επρόκειτο για ένα διήμερο επαναλαμβανόμενο ταξίδι από κλικ σε κλικ. Κάθε κλικ και είσοδος σε μια θάλασσα ή μια λίμνη όπου και ταξίδευε με αισιοδοξία στην αρχή, σαν υπνωτισμένος μετά, μέχρι να ακουστεί ο ήχος από το επόμενο κλικ που προμήνυε μια καινούργια διαδικτυακή περιπέτεια, κάνοντάς τον να ξυπνάει και πάλι. Ντρεπόταν σίγουρα, όχι γιατί δεν έκανε τίποτα το σαββατοκύριακο, αλλά….Στους φίλους του όμως, στην αδελφή του έφτανε άλλο μήνυμα. Εκείνοι  προσπαθούσαν να καταλάβουν. Κι έκαναν υπομονή. Και περίμεναν, να ακούσουν περίμεναν.... 

Τρεις κορνίζες για τα σουξέ
Το τηλεφώνημα. Ο ήχος εκείνος. Μιαν ανάσα, ένα σεντόνι που το βλέπεις να πέφτει από ψηλά με κίνηση ελαφριά, μα σαν προσγειώνεται γίνεται φυλακή και δεν αφήνει τίποτα ακάλυπτο, καμιά γωνία, κανένα σώμα, κανένα μέλος.  Μια φωνή…λευκή, που ήταν…άγγιγμα; Κάποιος, κάποια, κάτι πίσω από το ακουστικό, ένας ήχος που ζητούσε…;
«Πρέπει να σας συναντήσω, οπωσδήποτε. Αύριο στις οκτώ».
«Ναι αύριο» είπε ο Παύλος σαν να ζούσε μια ακόμα υπνωτιστική διαδικτυακή περιπέτεια. «Σάββατο».

Όταν έπεσε ο ήλιος και αποχαιρέτησε τον θερμοσίφωνα, ο Παύλος κάθισε στο γραφείο του και κοίταζε τις ηλεκτρονικές κορνίζες που είχε κρεμάσει στους τοίχους με τις τρεις όλες και όλες εγκληματικές υποθέσεις που είχε αναλάβει στην καριέρα του. Ήταν ένα διαδικτυακό κολλάζ με φωτογραφίες και δυο – τρεις γραμμές ανά περίπτωση, από μια ληστεία σε τράπεζα, μια ηλεκτρονική κλοπή δεδομένων από την κεντρική βάση κάποιας ιδιωτικής εταιρίας συλλογής πληροφοριών ασφαλείας που συνεργαζόταν με το κράτος κι από ένα φόνο – η πιο σημαντική του υπόθεση. Τα είχε καταφέρει και στις τρεις πολύ καλά.     
Τις κορνίζες ο Παύλος τις κοίταζε όταν συνήθως υπήρχαν στο γραφείο πελάτες. Και μάλιστα καινούργιοι πελάτες. Ήταν γι’ αυτόν κάτι σαν αέρας τούτες οι κορνίζες, σαν μπουκάλες οξυγόνου με τον πιο καθαρό αέρα του κόσμου, τις κοιτούσε, έπαιρνε μια βαθιά ανάσα, και η καρδιά του, ο λαιμός του, αναπηδούσαν από παλμούς. Μετά κοιτούσε με ένα πρόσωπο ξανανιωμένο και αιματωμένο τον πελάτη που καθόταν απέναντί του και άρχιζε την κουβέντα μαζί του. Κι όλα κυλούσαν ομαλά, πράγματι, με την προϋπόθεση όμως ότι η συζήτηση δεν θα ξεπερνούσε το μισάωρο. Όταν το ξεπερνούσε, το οξυγόνο από τις μπουκαλοκορνίζες σαν να εξαντλούταν, και τότε ο Παύλος άρχιζε να βαριανασαίνει, μια κούραση γεμάτη ρυτίδες χάραζε το μέτωπό του, και το πρόσωπό του, έψαχνε στήριγμα τα χέρια του για να ακουμπήσει.
Τα πράγματα θα ήταν μάλλον διαφορετικά αν ο πελάτης είχε να του αναθέσει καμιά σοβαρή υπόθεση, κανένα έγκλημα ας πούμε. Πάντα όμως απέναντί του είχε κάποιον ή κάποια που ήθελε να ξεσκεπάσει την παράνομη σχέση του συζύγου.  Έτσι ο Παύλος, μετά το μισάωρο, έριχνε αντανακλαστικά και μια  δεύτερη ματιά στις κορνίζες, μήπως υπήρχε εκεί κάπου κρυμμένη έστω και μια ελάχιστη ποσότητα καθαρού αέρα που δεν είχε καταναλώσει με το πρώτο κοίταγμα. Τι το ήθελε όμως; Ποτέ δεν δούλευε αυτή η δεύτερη φορά. Όσο για τους πελάτες που τον έπιαναν να κρυφοκοιτάζει τις κορνίζες, συνήθως στράβωναν – και με το δίκιο τους οι άνθρωποι – ενώ όσοι είχαν την αβρότητα να τον ρωτήσουν γι’ αυτές, είτε διέκοπταν τον Παύλο αν η εξιστόρησή του τραβούσε σε μάκρος είτε από ένα σημείο και μετά έτριβαν στη μούρη του τη βαριεστιμάρα τους μετανιώνοντας για την αβρότητα που έδειξαν πριν. Κι έτσι, τρίψε, τρίψε, δεν έμενε ούτε σημείο από το πρόσωπο του Παύλου που να μη ρυτίδιαζε. 

Η θάλασσα μες στο γραφείο
Το τηλεφώνημα, ο μυστήριος εκείνος ήχος που είχε χρώμα λευκό, σαν από  θαλασσινή σπηλιά μέσα αντηχούσε. Λευκός ήχος και στο αφρό των κυμάτων επάνω πατημασιές, σε κάθε κύμα που έσκαγε περισσότερες, μια πορεία πάνω στην θάλασσα γεμάτη ίχνη προς έναν άγνωστο προορισμό.
Οκτώ παρά δύο. Η αυλαία από το θέατρο αναμνήσεων ετοιμαζόταν να πέσει. Οι κορνίζες εξάντλησαν το φως του όλο κι ο Παύλος, με μια κίνηση απότομη, σαν κάτι να άκουσε, έστρεψε το κεφάλι του προς την πόρτα της εισόδου. Κάθε σκέψη του ακινητοποιήθηκε, ένας ελαφρύς ιδρώτας δρόσισε το μέτωπό του, ένας αέρας τώρα ακούστηκε καθαρά …
Ένας αέρας την πόρτα της εισόδου πίεζε με δύναμη κι ηχούσε μέχρι μέσα το γραφείο. Ο Παύλος είχε σηκωθεί τώρα από την καρέκλα, στεκόταν πίσω από την πόρτα. Εκεί έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητος, αναποφάσιστος. Έπειτα με κίνηση αργή έπιασε το πόμολο για να ανοίξει, κι όταν η γλώσσα της κλειδαριάς είχε πια ξεπιαστεί τελείως τότε ο Παύλος…

Πάνω από το έδαφος, ένα μέτρο – δύο, σαν βάρκα πάνω σε θάλασσα τρικυμισμένη, ο αέρας να αδειάζει συνεχώς τα πνευμόνια του, ο αέρας με δύναμη τον πέταξε πιο πάνω ακόμα, με τα νύχια του έξυνε το ταβάνι, ώσπου σιγά – σιγά, σαν να είχαν φυτρώσει βαμβάκια, ακούμπησε μαλακά κάτω στο πάτωμα.
Η έκπληξη εμφανής στο πρόσωπο του, τα χέρια του έψαυαν το πάτωμα, ήθελαν να νιώσουν τη σιγουριά του στέρεου εδάφους, έψαυαν αναγνωριστικά για να πιαστούν από κάπου, να βεβαιωθούν πως όλα αυτά που συμβαίνουν είναι πραγματικά. Μετά ο Παύλος ακούμπησε τα χέρια πάνω στο στήθος, σαν να ήθελα να σιγουρευτεί πως στέκει ο ίδιος κάτω στο πάτωμα του γραφείου του και όχι το όνειρό του, πίεζε το στήθος του με δύναμη για να πονέσει, πίεζε πάρα πολύ μέχρι να φτάσει στην κραυγή που θα τον φανέρωνε στη στιγμή εκείνη αληθινό όπως είναι με σάρκα και οστά, όχι ένα ταξίδι από εικόνες που αλλάζουν ανά πάσα στιγμή, εικόνες άτακτες, χωρίς σειρά που σε διπλώνουν και σε ξεδιπλώνουν, που σε τσαλακώνουν, μέχρι να καταλάβεις ότι όλα αυτά δεν είναι τίποτα παραπάνω παρά δημιουργήματα της φαντασίας σου. Κι όσο ο Παύλος πίεζε το στήθος του, τόσο περισσότερο πονούσε, και το δέρμα του κάτω από το πουκάμισο που φορούσε –  αν και δεν το έβλεπε – μπλάβιαζε τώρα.
Όχι ήταν ο ίδιος πεσμένος κάτω εκεί, το κατάλαβε καλά. Όμως η θάλασσα, οι σταγόνες που έσταζαν από τα μαλλιά, από το μέτωπο, από τα ρούχα του Παύλου, που υπήρξε τελικά αυτή η θάλασσα, που χώρεσε μέσα στο γραφείο του;
Σηκώθηκε από το πάτωμα με κινήσεις αργές. Πήγε μέχρι μέσα στο μπάνιο όπου πήρε μια πετσέτα για να σκουπίσει το πρόσωπό του, να σκουπίσει τα μαλλιά του από τα νερά και τα φύκια που είχαν τυλιχτεί μέσα τους, κι έπειτα, με το μυαλό του κενό, ακινητοποιημένο, ανήμπορο να καταλάβει τι συμβαίνει,  κατευθύνθηκε προς το γραφείο του και έκατσε στην καρέκλα.

Μια φωνή χωρίς πρόσωπο
Στο προσωπικό του γραφείο τα πράγματα ήταν όπως τα άφησε. Κι όλα ήταν παραδόξως στεγνά, νερό δεν υπήρχε πουθενά, στο πάτωμα, στα έπιπλα επάνω, όλα ήταν όπως έπρεπε να είναι και στη θέση τους, τακτοποιημένα. Έκατσε στην καρεκλά με τα μάτια καρφωμένα στο κενό. Ήταν πολύ ήρεμος, παρά τα όσα αφύσικα είχαν συμβεί,  κι ήταν η στιγμή που ετοιμαζόταν να ανοίξει η πόρτα μέσα στο μυαλό του, με τάξη και σειρά οι σκέψεις του να αρχίσουν να στήνουν τρίγωνα και τετράγωνα από λογικές, να μάθει, να καταλάβει…
Όμως δεν πρόλαβε. Κανένας λάκκος δεν άνοιξε, κανένας πάσσαλος δεν μπήχτηκε βαθιά στο χώμα να φτιάξει θεμέλιο για τις τρίγωνες – τετράγωνες λογικές κατασκευές που ο Παύλος είχε ανάγκη για να εξηγήσει τα ανεξήγητα. Ένας ήχος διέκοψε τη σκέψη του, αυτός ο ήχος που είχε χρώμα και τον άκουσε για πρώτη φορά σε εκείνο το παράξενο τηλεφώνημα όταν κανόνισε σαββατιάτικα επαγγελματικό ραντεβού. Χρώμα λευκό από κοχύλια, που μουρμούριζαν τώρα μέσα στα αυτιά του, που έσερναν πίσω τους μια βοή, τη βοή της θάλασσας, κοχύλια πραγματικά που ξεπετάγονταν από παντού, σαν να τα άδειαζαν μέσα στο γραφείο του κάποια αόρατα φορτηγά.
Κατάλαβε, ξεκαλούπωσε πριν καλά – καλά μπήξει εκείνους τους πασσάλους, άκουσε, κατάλαβε…
«Μόνο εσείς μπορείτε. Το ήξερα και να που δεν έπεσα έξω» του είπε καθαρά, κρυστάλλινα, ο άνθρωπος που καθόταν τώρα απέναντί του, η φωνή εκείνη…
«Μα πως έγινε αυτό», ρώτησε ο Παύλος με ένα τρόπο άχρωμο, ανέκφραστο, συγκρατώντας την μεγάλη απορία που ένιωθε γι’ αυτό που αντίκριζε μπροστά του.
«Αυτό ήρθα να μάθω εδώ» του είπε…ο ήχος.
«Πάνε δύο χρόνια από τότε».

Πάρτυ μοναξιάς στην πόλη
«Βράδυ μέσα στο λεωφορείο. Από πίσω σκιές ανθρώπων που ξεμακραίνουν, κίτρινη σκόνη.  Πως φαίνεται αυτή η κιτρινίλα το βράδυ. Το βράδυ μόνο που ανακατεύεται το σκοτάδι με το ηλεκτρικό. Βαρύ κίτρινο φως από τις ανάσες τους, ανάγκη μεγάλη για μια δεύτερη ζωή εξαϋλωμένη, κάποια όνειρα ίσως που έμειναν στη μέση, το άρρωστο αυτό κίτρινο φως που τριγυρνά βράδυ μέσα στους δρόμους πριν το πατήσει ο ήλιος το πρωί.
»Το κίτρινο φως σέρνεται πίσω, κι εγώ μέσα σε τούτο το λεωφορείο. Ξέρω ποιος είμαι, ξέρω που μένω. Πότε ανέβηκα στο λεωφορείο, γιατί είμαι εδώ, αυτά δεν τα ξέρω.  
»Πέντε έξι άτομα όλοι και όλοι. Οι θέσεις οι άλλες στο λεωφορείο άδειες, άλλα τις βλέπεις, τις βλέπεις που αχνίζουν, ποτέ δεν κρυώνουν τα ίχνη των ανθρώπων.
»Πέντε έξι άνθρωποι…που πάνε, για πού το έβαλαν μια τέτοια ώρα; Κι αυτή η γριά απέναντι μου;  Ποιος από τους δύο μας άραγε θα βρει πρώτος το κουράγιο να σκοτώσει τον άλλον με τη λύπη του, αυτή ή εγώ; Ποιος…
»Απότομο σούρσιμο φρένων. Σίδερα, λάστιχα, λάδια, η λαμαρίνα καίγεται, οι ερωτήσεις κόβονται απότομα, ώρα για το ξεφούρνισμα. Πάνω στο πεζοδρόμιο πεσμένος, ξέρω ποιος είσαι με προειδοποιεί, η μούρη μου τις πλάκες γλύφοντας,  πριν όρθιος σηκωθώ και πάλι, λίγα μέτρα ακόμα μέχρι τον δρόμο τον μεγάλο, τον ίσιο, που σε μπάζει στη μεγάλη Πολιτεία, τη στραβή, αυτός ο ίσιος δρόμος, πόρτα, πόρτες παντού. Τον δρόμο αυτό που τον ξέρω καλά, είπαμε ξέρω ποιος είμαι, που μένω, πως βρέθηκα εδώ δεν ξέρω».

Όταν έφτασε στο ύψος του σταθμού Λαρίσης ηρέμησε. Έτσι ξαφνικά μετά από αρκετή ώρα που στριφογύριζε στη θέση του, καθώς σιγουρεύτηκε ότι το βλέμμα της γριάς ήταν καρφωμένο στο πάτωμα, όταν πια είδε πως δεν είχε νόημα να αναρωτιέται άλλο πως βρέθηκε εκεί, μπόρεσε να απολαύσει τον περίπατο στη no mans land που είχε σχηματιστεί ανάμεσα στη γριά και σε εκείνο το πώς.  Στο πρόσωπό του ακόμα ο ιδρώτας έτρεχε, δροσερές στάλες που νότιζαν την ηρεμία του, όχι χοντρή χειμωνιάτικη κάλτσα και μπότα να τον πατάει. Η ηρεμία, όμως το καταλάβαινε, δεν σήμαινε κάποια νίκη. Ανάπαυλα ήταν, ανακωχή, ληθαργική ήταν η ηρεμία, όπως πριν τον θάνατο.
Όμως δεν τον ένοιαζε. Το μυαλό του αυτή τη στιγμή ήταν άδειο από σύννεφα και καταιγίδες. Είχε τα χέρια σταυρωμένα πάνω στην κοιλιά, σώμα και κεφάλι γερμένο ελαφρώς μπροστά, ένας άνθρωπος που τον ταξίδευαν κάποια μουρμουρητά.  Αυτή την εικόνα έδειχνε, άσχετα αν δεν τον πρόσεχε κανείς από τους πέντε έξι επιβάτες που ήταν μαζεμένοι στο λεωφορείο. Αυτή η εικόνα έσπασε όταν βρέθηκε ξαφνικά με το πρόσωπο πάνω στο πεζοδρόμιο.

Όρθιος ξανά, σαν να βαφτίστηκε από την αρχή, χάθηκαν μέσα στην κίτρινη σκόνη από τις ανάσες και τα φώτα της πόλης οι ψαλμωδίες που μυρμήγκιαζαν το σώμα του, κοιτούσε μόνο μπροστά, τη γωνία του δρόμου, που τον είχε πατήσει τόσες φορές όμως τώρα τον καλούσε, είχε φωνή ο δρόμος που ερχόταν από μακριά και του μίλαγε με λόγια ακατανόητα, κι έναν πορτιέρη εκεί στην γωνία που τον καλωσόρισε.
Αυτός ξαναβαφτισμένος, στο δέρμα του επάνω την πέτρα δουλεύοντας κάποιο αόρατο χέρι, διάφανος, φάνηκαν κάποια  γαλάζια ποτάμια, ο ουρανός, ένας πληγωμένος ήλιος που αφήνει το αίμα του να τρέχει…
Και η Πολιτεία, μιαν αντίθεση, γερασμένη αυτή του αποκαλύφθηκε, χωρίς ανθρώπους, κανένας δεν κυκλοφορούσε στους δρόμους, μόνο συνθήματα υπήρχαν στον τοίχους, μα κανένα χέρι για να τα γράψει. Κι από τα παράθυρα των πολυκατοικιών, από τα σπίτια και τα γραφεία, χιλιάδες, εκατομμύρια χαρτιά πέφτανε στο δρόμο, σελίδες γεμισμένες μελάνι, τα αποτυπώματα από κάποια παλιά δάκρυα, από κάποια σβησμένα χαμόγελα, από κάποιες πεθαμένες ιδέες.
Εκατομμύρια λέξεις πίσω από πρόσωπα που τα χώριζε ο χρόνος…Για πρώτη φορά τώρα συναντιούνται, το ένα πάνω στο άλλο πρόσωπα, η μια πάνω στην άλλη οι νιφάδες από το χαρτί. Το χιόνι αυτό, αιώνες σβησμένο από τη θάλασσα και το φως, παίρνοντας την εκδίκηση του τώρα, φέρνοντάς τους κοντά, άνθρωποι νεκροί, ο ένας δίπλα στον άλλο, άνθρωποι για πρώτη φορά, μιαν ανάσα ζεστή.   
Μέσα στη μεγάλη Πολιτεία, στη μέση του δρόμου περπατώντας μόνος, το  κρύο να δυναμώνει, οι λέξεις να πλησιάζουν πιο κοντά η μια στην άλλη, να γνωρίζονται. Κι αυτό που κρυσταλλιάζει στο χιόνι επάνω; Εκείνοι, σχηματίζονται, μέσα από το χιόνι αναδύονται, ημίψηλα καπέλα, μακριά μαλλιά, παντελόνια καμπάνα, ανοιχτόστηθα πουκάμισα, μάλλινα παλτά, κορακοτά κουστούμια.
Έπειτα οι φωνές τους, μόλις απέκτησαν κεφάλι και γλώσσα, εκκωφαντικές, το πάθος να συνεννοηθούν μέσα από σπασμένες λέξεις, από διαλέκτους ακατάληπτες,  από γραμματικές αντίπαλες.  
Ο φοβερός ήχος των ανθρώπων που κάποτε υπήρξαν. Φωτιά βάζοντας στα βήματά του, τρέχοντας τώρα μακριά, χωρίς να κοιτά πίσω του, τρέχοντας να σωθεί από το κροτάλισμά τους, από το τρύπημα του βόμβου τους.
Ολόκληρος, με κανονική βαρύτητα, σε έναν μαραθώνιο τρέχοντας με αντίπαλο κάποιες φωνές, ένα φύσημα του αέρα και να, είναι μπροστά του αυτοί, δύο διψασμένα φύλλα στο δρόμο και να, βρέχει. Ή μήπως αληθινός; Αληθινός ναι, αυτή είναι η σωστή λέξη, αληθινός, ολόκληρη είναι η φαντασία που έχει μέσα της...Μισός λοιπόν, τα πόδια του αφήνοντας πίσω κομμάτια από καυτή άσφαλτο, ενώ μέσα του δούλευε μιαν ικεσία: οι φωνές να σταματήσουν να τον καταδιώκουν.
Έφτασε στο φανάρι, εκεί που ο δρόμος συνεχίζεται, αλλά αλλάζει όνομα. Δεν άντεξε και γύρισε πίσω να δει αν τον ακολουθούσε κανείς. Ήταν μόνος του, αυτός και η φωνή του, η δική του φωνή. Η ανάσα του έγινε βαθύστηθη, σε κάθε εκπνοή ξεπετιόταν κι από ένα νυχτολούλουδο. Ακινητοποιήθηκε τελείως, η άσφαλτος από κάτω ανέδυε την υγρασία της νύχτας, δεν τον έκαιγε πια, τον καλούσε να συνεχίσει την πορεία του αργά. Σήκωσε το βλέμμα του ψηλά και σταύρωσε τα χέρια του. Ένα ευχαριστώ αυτή τη φορά, όχι ικεσία.
Έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του. Μετά μια δεύτερη στροφή, μια τρίτη σαν να έπαιρνε φόρα ή σαν να προσπαθούσε να χωνέψει την άδεια εικόνα που τον τάιζε η πόλη. Έστριψε δεξιά και κίνησε για την πλατεία που τώρα φαινόταν. Άδεια κι αυτή.
Σκέφτηκε να πάρει τον δρόμο της θεάς και τότε…μιαν ελπίδα φώτισε μέσα του σαν θυμήθηκε ένα παλιό τραγούδι. Άρχισε να το σιγοψιθυρίζει από τον πρώτο στίχο μέχρι τον τελευταίο. Ολόκληρο το τραγούδι. Κατάλαβε πως δεν θα άντεχε αλλιώς.
Καπνοί μαγειρείων τον ακολουθούσαν όσο προχωρούσε. Μυρωδιές διαφορετικές, αντίπαλες, έβγαζαν μαχαίρα, και το αίμα που έπεφτε κάτω στο δρόμο…Φωνές  ακατανόητες, χωρίς τάξη και σειρά, έσερναν πίσω του πολλές ιστορίες, μακρινές ιστορίες…φωνές ξανά.
Ακατανόητες, και τα μαγειρεία άδεια, χωρίς ανθρώπους. Στο δρόμο της θεάς η μόνη ελπίδα…εκείνες, κάπου εκεί κοντά.
Μπροστά του στα διακόσια μέτρα τις είδε που φώτιζαν. Σε μια γωνιά του δρόμου, δύο, η μια δίπλα στην άλλη χωρίς να μιλούν. Έτρεψε προς το μέρος τους, για πρώτη φορά, εκεί που υπάρχουν άνθρωποι κανονικοί, σχηματισμένοι. Στάθηκε ανάμεσά τους και τους είπε το όνομά του. Τους είπε τα πάντα από την ιστορία του, πως δεν ξέρει πως βρέθηκε στο λεωφορείο που τον έφερε ως εδώ. Και για τον χιονοπόλεμο των λέξεων τους είπε, για τους ανθρώπους από το παρελθόν που τον κυνηγούσαν.
Δεν πήρε απάντηση καμία. Δεν τον παραξένεψε αυτό. Τα βλέμματα τα άδεια τον παραξένεψαν. Οι ελαφριές κινήσεις των προσώπων, το σπάσιμο το ανεπαίσθητο των γονάτων που δεν έγιναν, αυτά.  Σαν να μην ήταν εκεί. Δεν ανήκε…Στεκόταν στη μέση ανάμεσά τους και προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει την…αορατότητά του;
Νερό που τρέχει, σκέψεις χωρίς σχήμα. Τώρα το βλέπει. Είναι όλοι και κανένας. Όλες τις γλώσσες τις μιλά και τις καταλαβαίνει, όλους τους ακούει. Και η φωνή του; Τώρα ξέρει πως δεν είναι δική του. Από μέσα του μιλούν αιώνες, οι ζωές και τα όνειρα των άλλων, ελευθέρα βόσκοντας, δεν αποστάζονται ποτέ.  Μόνο το αίμα είναι δικό του, για τους άλλους που ψάχνουν να μιλήσουν, το αίμα το δικό του, που όμως δεν...
Να ακούσει ίσως. Να επικεντρωθεί σε μια συγκεκριμένη ιστορία. Ίσως τότε σταματήσει να αιμορραγεί, ίσως τότε αποκτήσει σώμα και φωνή δική του. Μια ιστορία ολόκληρη, αν γυρέψει μερίδιο, αν δηλώσει παρών, ίσως και να φανερωθεί. Αργεί όμως πολύ μέχρι να φτάσει εκείνη η στιγμή, αργεί αλλά δεν απογοητεύεται».

Σαν να μην τρέχει τίποτα
«…και πριν μπείτε σε εκείνο το λεωφορείο», ρώτησε ο Παύλος μόλις τελείωσε η διήγηση. «Κατάλαβα πως δεν έχετε μνήμη για το πώς βρεθήκατε εκεί, όμως αυτό που θέλω να πω…τέλος πάντων, ποιος είστε, τι θέλετε από μένα»;
Ο Παύλος είχε γυρίσει στο παλιό του εαυτό, τον λογικό, τον στρωματωμένο, τον άνθρωπο που μάζευε έναν ένα τα στοιχεία για να μπορέσει να διαλευκάνει τις υποθέσεις που αναλάμβανε.  Το νερό από τη θάλασσα που είχε αδειάσει επάνω του εκείνος ο αόρατος άνθρωπος…είχε στεγνώσει, σαν να μην υπήρξε, σαν να μην είχε συμβεί...τα κοχύλια έχαναν τώρα το λευκό τους χρώμα, ξέβαφαν, ο ίδιος τα άρπαζε στη χούφτα του, τα συνέθλιβε, τα εξαφάνιζε ή τουλάχιστον αυτό προσπαθούσε. 
Τα κοχύλια όμως…κάτι στέρεο, τρίματα μέσα στη χούφτα του, σκόνη, δεν εξαφανίζονταν. Απόδειξη ήταν πως κάποτε υπήρξε θάλασσα…τα κοχύλια, η μνήμη μιας εμπειρίας που είχε μπει στη ζωή του Παύλου για να την αλλάξει...η μνήμη, ο αόρατος γλύπτης που δουλεύει ακατάπαυστα με τη σμίλη του πάνω στα κόκαλα των ανθρώπων, μέσα στα κόκαλα, σαν αρρώστια ή βάλσαμο.
Ο Παύλος μετάνιωσε για τον απότομο τρόπο που μίλησε.  Έσκυψε το κεφάλι κάτω και πήρε μια βαθιά ανάσα. Χρόνο πήρε, έστω και λίγα δευτερόλεπτα, για να βάλει τις σκέψεις του σε μια τάξη, να δει πως θα προσεγγίσει αυτόν τον άνθρωπο, αυτήν την φωνή που στεκόταν απέναντί του, να δει τι θα του πει. Και η πρώτη κουβέντα που είπε αυτόματα, χωρίς να τη σκεφτεί, με τη λογική του να τρεμοσβήνει, να του υπόσχεται υποταγή και μετά να τον εγκαταλείπει.
«Ο άλλος που είναι»;
«Ποιος άλλος», τον ρώτησε η φωνή, ατάραχα, λευκά, χωρίς σκιές.
«Συγνώμη, αλλά αν κατάλαβα καλά, δύο μιλήσατε πριν από λίγο. Εσείς που μου διηγηθήκατε την περιπέτειά σας μέσα στο λεωφορείο, και κάποιος άλλος που μιλούσε για εσάς, κάποιος που ήταν τέλος πάντων σαν να δευτερολογούσε, σαν συγγραφέας αν θέλετε που βάθαινε τον ήρωα του, που τον αποκάλυπτε, αν και εδώ που τα λέμε, δεν αποκάλυψε και πολλά για την περίπτωσή σας».
«Όχι, κανένας άλλος δεν είναι εδώ» του απάντησε η φωνή.
«Μα πως δεν είναι» είπε ο Παύλος. Οι φωνές ήταν δύο διαφορετικές, το άκουσα καλά αυτό».
«Ακούσατε μόνο εμένα, μια φωνή».
Ο Παύλος δεν επέμεινε. Δέχτηκε τις εξηγήσεις που του έδωσε η φωνή παρότι δεν έδεναν λογικά και σιώπησε. Έτσι κι αλλιώς όλο αυτό που του συνέβαινε ήταν πέρα και έξω από τα νερά του. Το μόνο που τον ένοιαζε να κάνει τώρα ήταν μια αρχή. Τόση ώρα μαζί με τη φωνή, τόσα πράγματα ειπώθηκαν, όμως αρχή δεν είχε γίνει.
Ήρεμος - πραγματικά αυτή τη φορά - μπόρεσε να βρει τις σωστές λέξεις, για μια σωστή συζήτηση με την οποία θα άνοιγε επιτέλους αυτήν την τόσο σκοτεινή υπόθεση.
«Πείτε μου πως λέγεστε και πότε ξεκίνησαν όλα αυτά, πότε καταλάβατε, πότε είδατε, τρόπος του λέγειν, για πρώτη φορά ότι είστε αόρατος»;
«Λέγομαι Νίκος Δρακόπουλος. Και όπως σας είπα και πριν πάνε δύο χρόνια από τότε. Ήταν ένα πρωί μιας συνηθισμένης μέρας όταν…
Η φωνή αλλάζοντας πάλι…

Ένας οικογενειακός καυγάς
Ήταν ένα πρωινό μιας συνηθισμένης μέρας. Ο Νίκος βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, τα μάτια στυλωμένα στις χαραγματιές της αλουμινένιας μπαλκονόπορτας. Κοιτούσε, περίμενε…να τον αγγίζει στον πρόσωπο το σουρωμένο από τις χαραγματιές φως του πρωινού ήλιου περίμενε. Όπου να’ναι…
Τα μάτια του ακίνητα σαν από μάρμαρο, σαν από μάρμαρο ολόκληρος και σήμερα και χθες. Στα κόκαλά του μέσα μια λίμνη. Χώρεσε. Αυτή που θα του ήταν πάντα πιστή. Τον πρόδωσε, και σαν θάλασσα μανισμένη τώρα ανακάτευε τα νερά της τινάζοντας κύματα ψηλά και αφρούς, κύματα - φωτιά που έφταναν με ορμή κάτω από το δέρμα του κάνοντας το μάρμαρο να ιδρώνει. Καυτός ιδρώτας τώρα έτρεχε από το μέτωπο, από το λαιμό, από τα χέρια. Το άγαλμα…έλιωνε.
«Εκείνα τα λόγια …εκείνο το ξέσπασμα». 

Η Αριάδνη μπήκε μέσα στο σπίτι κρατώντας στα χέρια της δύο σακούλες με ψώνια από το σουπερμάρκετ. Τις ακούμπησε κάτω στο πάτωμα, τις άφησε να πέσουν, τις έσπρωξε!  Στα αυτιά της πάντως ο γδούπος που ακούστηκε έκανε τους μύες της να μεγαλώσουν, αισθάνθηκε τη δύναμή τους.
Έτρεξε με φόρα μέσα στο γραφείο που χρησιμοποιούσαν εναλλάξ με τον Νίκο για διάβασμα και για τις δουλειές τους. Τον βρήκε να κρατά στο χέρι ένα τόμο, το πρώτο, τον νεανικό, από τα ημερολόγια του Σεφέρη και να τον διαβάζει.
«Και τα ημερολόγια να έγραφε μόνο ο Σεφέρης, θα άξιζε να πάρει Νόμπελ» της είπε σαν την είδε να μπαίνει. «Τόσο νέος, κι όμως κουβαλούσε μέσα του όλες τις τραγικές μνήμες και την ιστορία αυτού του τόπου. Ήξερε…για τη θλίψη αυτού που ζει στην πατρίδα του και  νοσταλγεί…την πατρίδα του. Σαν να γεννήθηκε με αυτή τη γνώση. Δεν περίμενε με έκπληξη στα μάτια να δει τι είναι αυτό που σέρνει πίσω της η σκόνη της ιστορίας σαν κατακαθίσει. Ήξερε. Για την έρημη χώρα. Και πως μόνο οι λέξεις παρηγοριά από κάποιο τραγούδι…κι αυτό θλιμμένο».  

Παρένθεση συναισθήματος
Η Αριάδνη…μαγεμένη τον άκουγε να επαναλαμβάνει περίπου τα ίδια λόγια όταν τον έπιανε να μιλά για τον Σεφέρη. Τον πρώτο καιρό, τότε που ήταν ακόμα πολύ νέοι. Μετά η μαγεία χάθηκε, έμεινε μόνο το επίχρισμα μιας φλόγας που σε γελούσε φορές – φορές με την ένταση της. Όμως φυτίλι άλλο δεν υπήρχε, ούτε λάδι καθόλου. Κάποιες αναθυμιάσεις ήταν.
Εκείνος όμως δεν το έβλεπε. Τα μαγικά του νόμιζε πως ήταν ακόμα δυνατά, πως έπιαναν. Ήθελε να τη μαγεύει, του άρεσε, τον έκανε να νιώθει καλά. Άλλωστε στην σκέψη του μέσα δεν υπήρχε τέλος και αρχή. Μόνο ανοιχτοί ορίζοντες υπήρχαν, κάποιες ανεμώνες που έτρεχαν με τον αέρα, ποτέ δεν κουράζονταν, ποτέ δεν τέλειωνε ο αέρας.
Τον φόβο της Αριάδνης σαν η μαγεία χάθηκε…δεν τον είδε. Φόβος για εκείνον, πάντα για εκείνον και για…εκείνη;  

Ένας οικογενειακός καυγάς (συνέχεια)
Βρισκόταν εκτός εαυτού, ήταν έξαλλη. Με μια κίνηση απότομη, κοφτή, το χέρι της σφυρί πέφτοντας από ψηλά, γκρέμισε  το ημερολόγιο του  Σεφέρη που κρατούσε και άρχισε να φωνάζει.   
«Σε βαρέθηκα με ακούς, σε βαρέθηκα, σε βαρέθηκααααααααααα……………….»
Ο Νίκος την κοίταξε γεμάτος απορία. Στο στόμα του κάποιες λέξεις ανάκατες, χωρίς σειρά, χωρίς ρυθμό, πήγαν κάπως να σαλέψουν. Τις κατάπιε, τίποτα δεν είπε.
«Ήθελα να’ ξερα τι έκανες όλη την εβδομάδα. Πως το άφησες να γίνει αυτό, πως» είπε με θυμό που όμως έχασε την ένταση του στις τελευταίες συλλαβές.
«Μη φωνάζεις, ξέρεις πως δεν μπορώ τις φωνές, μη φωνάζεις» είπε ο Νίκος έχοντας πια βρει κάποια λόγια να συνταιριάξει». 
«Ξέρεις από πού έρχομαι» είπε η Αριάδνη πάλι με ένταση, όμως πιο χαμηλά αυτή τη φορά.
«Από το σχολείο της Αλίκης. Και ξέρεις πως βρέθηκα εκεί; Με πήρε τηλέφωνο στο κινητό η καθηγήτρια των νέων ελληνικών για να μου ξεφουρνίσει το μαντάτο. Η μικρή λέει, δεν απάντησε σε καμιά ερώτηση στο διαγώνισμα που τους έβαλε για την Αιολική Γη του Βενέζη».
«Μια βδομάδα Νίκο. Μια ολόκληρη εβδομάδα είχες καιρό για να την προετοιμάσεις. Είπες πως θα το αναλάβεις, και τι έκανες στο τέλος».
«Μα πως τη διάβασα. Τα πάντα κάναμε».   
«Τη διάβασες. Τη διάβασες. Ναι κρατούσες το βιβλίο στο χέρι. Σίγουρα της είπες για τον Τούρκο που είχε φιλότιμο, που δεν ήξερε πως η γυναίκα του πρωταγωνιστή ήταν άρρωστη, κι όταν το έμαθε μαλάκωσε, η τιμή του φώτισε μέσα του, έκανε ανακωχή. Η Αλίκη όμως…πες μου τα μάτια της σε κοίταζαν, σε ένιωθαν. Κατάλαβε ότι δίπλα της καθόταν ο πατέρας της, ένιωσε αυτή τη σιγουριά. Γέμισε το δωμάτιο από τη μυρωδιά σου ή στεκόσουνα εκεί ξεπλυμένος, από τον ίδιο σου τον εαυτό ξεπλυμένος που εκείνη τη στιγμή ποιος ξέρει που βρισκόταν, ποιος ξέρει που ταξίδευες με το μυαλό σου και άφησες μόνη της  την Αλίκη με ένα κέρινο ομοίωμα για συντροφιά».
«Νομίζω ότι γίνεσαι μελοδραματική τώρα. Παιδί είναι η Αλίκη όχι κουτάβι. Τι είναι αυτά που λες περί μυρωδιών».
«Ναι παιδί είναι η Αλίκη. Χαίρομαι που σε ακούω να το λες. Θα χαιρόμουν όμως πιο πολύ αν το καταλάβαινες κιόλας. Παιδί είναι και όπως κάθε παιδί είναι ένα κράμα λογικής και αισθήσεων, αισθήσεων ανεπτυγμένων. Όταν κάθεσαι δίπλα της ή και πιο μακριά, την καρδιά σου εσύ δεν την ακούς που χτυπάει, η Αλίκη όμως να είσαι σίγουρος πως την ακούει. Σε αναγνωρίζει από αυτή, σε αναγνωρίζει από τον αέρα που εκπνέεις, τον δικό σου κατάδικό σου αέρα. Εσύ όμως δεν της χαρίζεις ούτε την ανάσα σου όχι τους παλμούς σου. Η καρδιά σου κάπου άλλου βρίσκεται πάντα, σε κάποιον άλλον ουρανό χτυπούν τα φτερά της. Και καλά σε μένα. Όμως με το παιδί πάει πολύ. Της λείπεις, με ακούς,  της λείπεις, λείπεις και στις δυο μας, μας λείπεις πολύ».   
Η Αριάδνη πρόφερε τις τελευταίες κουβέντες με πολύ ένταση. Τι θα της έλεγε ο Νίκος δεν έκατσε να ακούσει. Στο σβήσιμο της τελευταίας συλλαβής μιαν αστραπή… έλαμψε, η πόρτα του γραφείου…έκλεισε, το φως της λάμπας τρεμόπαιξε για μια στιγμή και ύστερα χάθηκε. 

Ταξίδι στο σκοτάδι και στο φως
Ο Νίκος έμεινε μόνος του στα σκοτεινά και δεν έκανε καμιά κίνηση για να σηκωθεί από την καρέκλα. Το αγαπούσε άλλωστε το σκοτάδι, τις βαθιές σπηλιές που εύκολα μπαίνεις μέσα αλλά δύσκολα ξαναβρίσκεις τον δρόμο σου για το φως, το χώμα που κρατά κρυμμένα για πάντα τα τελευταία μυστικά των ανθρώπων, τις χαμένες ευκαιρίες, ιδίως αυτές, πόσο τις αγαπούσε.
«Τα όνειρα που δεν πραγματοποιούνται είναι καλή παρέα» είχε πει πριν μερικές μέρες ο Νίκος της Αριάδνης. Και δεν είχε αντιδράσει. Τίποτα δεν είχε πει η Αριάδνη. Ήξερε. Πολύ πριν από αυτόν.
Ο Νίκος…και το φως το αγαπούσε. Τις λάμψεις. Τα γυμνά καλώδια από τις τραβηγμένες πρίζες τα αγαπούσε για τις πυρκαγιές που υπόσχονταν, κι ας μην τις έβλεπε, ας μην τον άγγιζαν ποτέ τους. Και τα άστρα, τα άστρα, όχι τον ήλιο που τον απογοήτευε με τις επιδόσεις του, τα άστρα μακριά πολύ που ήταν, υπόσχονταν πραγματικά υψηλές θερμοκρασίες, πραγματικό φως, πρόσωπα και σώματα γυμνά από δέρμα, γυμνά από κρέας, μόνο κόκαλα, και πάλι τα καλύτερα, όσα μπορούσαν να αντέξουν, όσοι είχαν το χάρισμα από τους ανθρώπους. Ένας κόσμος καλύτερος πολύ.

Μέσα στο σκοτάδι, καθώς έφευγε η Αριάδνη, εκείνη η αστραπή. Μιαν αστραπή χάραξε την σιωπή του ερέβους. Στίγματα μικρά από φως άφησε το γρήγορο πέρασμα της στο σκοτεινό σύμπαν του γραφείου. Πεφταστέρια από όπου χύνονταν αργά χωρίς βαρύτητα φωτεινές κηλίδες. Καντήλια που καίνε σε μνήματα, μικρά κεριά σε άδειες εκκλησίες βράδυ, σκοτεινές, τότε που το λιβάνι που ξέμεινε από ανάσες μυρίζει περισσότερο. 
Από μια τέτοια κηλίδα πήγε να πιαστεί ο Νίκος που δεν του είχε απομείνει πια σώμα καθόλου, μόνο τα μάτια του είχαν απομείνει, στρογγυλά, ολοστρόγγυλα, χωρίς τις κόγχες τους, δυο σάκοι μεγάλοι, διαφανείς, γεμάτοι νερό κι επιθυμία. Απέναντι του η κηλίδα τώρα μεγεθυσμένη, μια λυχνία σε έναν φανό, την πλησίαζε και απομακρυνόταν. Πλησίαζε και απομακρυνόταν, φοβόταν πως το νερό από τα μάτια του θα βλάψει το φως. Πλησίαζε και απομακρυνόταν, δεν ήθελε να σκοτώσει το αστρικό φως, το χρειαζότανε. Και οι καπνοί, οι καπνοί μπορεί να τον πνίγανε με τόσο νερό. 
Μετέωρος μεταξύ φωτιάς και νερού, δυο μάτια χωρίς σώμα με μόνο το βάρος της μνήμης να σέρνουν πίσω, γύρισε να κοιτάξει αυτή την μνήμη, τι ανακούφιση και τι πόνος.
Εκείνος ξαπλωμένος μέσα στην αγκαλιά της. Εκείνη με την πλάτη όρθια, ακουμπώντας σε μια επιφάνεια σκληρή, σε έναν κορμό δέντρου, είχε τυλίξει τα χέρια της γύρω από το πρόσωπό του, τον κοιτούσε με μάτια σφιγμένα που θύμιζαν φόβο, του μιλούσε σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε, όμως…ήταν ήρεμος ο Νίκος, ήρεμος πολύ, καμία σημασία δεν είχε τι του έλεγε, ο Νίκος ήταν σίγουρος, συμφωνούσε.
Και ο καιρός περνούσε και τα χρόνια περνούσαν και η στεριά έγινε θάλασσα, και τα ξαπλωμένα τους πόδια τα τύλιξαν φύκια. Τα πόδια τους γέννησαν κοραλλιά, μικρά ψάρια και όστρακα που έσκαψαν φωλιές. Και τα πρόσωπά τους. Δυο αγάλματα από αλάτι, φυλακισμένες οι τελευταίες τους στιγμές που ήταν ίδιες με τις πρώτες. Μια γυναίκα με σφιγμένα μάτια, ένας άντρας που δεν φοβόταν καθόλου, χρόνια, αιώνες η ίδια εικόνα.

Τέρμα τα αστεία
Ο ήλιος δεν ξέρει τίποτα από τα βάσανα των ανθρώπων. Σηκώνεται κάθε πρωί με εκείνο το πονηρό χαμόγελο του αστυνόμου ή του εφοριακού που λέει από μέσα του «άτιμε σε βρήκα». Ξέρει από τρύπες ο ήλιος, από γρίλιες, από χαραμάδες σε πόρτες και παράθυρα, από παντού τρυπώνει. Άλλωστε έχει καλούς συμμάχους. Οι μισοί άνθρωποι ίσως και περισσότεροι την λένε την άτιμη την καλημέρα μόλις ξημερώσει και την εννοούν. Οι άλλοι τι να κάνουνε, δεν μπορούνε να τα βάλουν με τα στοιχεία της φύσης, ούτε βέβαια και με τους άλλους ανθρώπους  – αυτοί είναι ο μεγάλος μπελάς, γιατί αν συμφωνούσαν όλοι, θα έκαναν εκεί έναν ωραίο πόλεμο και να δεις εσύ αν θα φαινόταν ο ήλιος από τους καπνούς και τη μαυρίλα. Άλλωστε έχει ξαναγίνει και με κάποια επιτυχία μάλιστα. Όμως κάθε φορά ήταν ένα μικρό διάλειμμα στην αιώνια βασιλεία του ήλιου.

Η μέρα ήλθε μέσα από τις σχισμές της μπαλκονόπορτας. Ο Νίκος είχε εδώ και μερικά λεπτά σηκωθεί και στεκόταν στην άκρη του κρεβατιού ακίνητος. Η σκέψη του ήταν κι αυτή ακίνητη, έκανε διάλειμμα από τον καυγά της προηγούμενης ημέρας, έναν καυγά που είχε χύσει πάνω στα σεντόνια που είχε τυλιχτεί το βράδυ για να κοιμηθεί ένα τσουβάλι ιδρώτα, ιδρώτα αλμυρό όπως το λένε οι ποιητές, έναν ωκεανό ολόκληρο.  
Πάτησε στις μύτες των ποδιών για να μην κάνει θόρυβο και ξυπνήσει την Αριάδνη, φόρεσε τις παντόφλές του που τις βρήκε όπως όπως εκεί στα τύφλα μιας και δεν είχε γίνει ακόμα πολύ φως, και πήγε στο μπάνιο.
Την πόρτα άνοιξε με το κεφάλι βαρύ, όμως κενό ακόμα, κενό από σκέψεις και τις σκοτούρες που του άναψε ο χθεσινός καυγάς. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, το πρώτο πράγμα που κάνει όταν μπαίνει στο μπάνιο το πρωί, το μεσημέρι, το απόγευμα. Τον καθρέφτη κοιτάζει, λες και θέλει να σιγουρευτεί ότι είναι αυτός ή ότι είναι μόνος μέσα στο μπάνιο. Κάποιες φορές μάλιστα πιάνει και συζήτηση, μιλάει στον καθρέφτη, στο είδωλό του, και ο καθρέφτης…σαν σε ταινία φαντασίας του απαντά. Με την ίδια φωνή, τη φωνή του Νίκου, όμως κάπως αλλαγμένη. Ακούγεται πιο νεανική, πιο σταθερή, πιο σίγουρη. Πάντα έτσι είναι. Αυτή η άλλη φωνή, που κάποιοι ψυχίατροι,  ψυχαναλυτές, ακόμα και φιλόλογοι, τη λένε μονόλογο, όμως διάλογος είναι, διάλογος κανονικός. Τι σημασία έχει αν δεν φαίνεται, ο καθρέφτης έχει ρωγμή, έχει σπάσει ο καθρέφτης και έχει ξανακολλήσει, σε δύο κομμάτια ή και περισσότερα, πάντα όμως δύο ακούγονται να μιλάνε.
Μπροστά στον καθρέφτη ο Νίκος. Κοίταξε. Ο καθρέφτης δεν απάντησε. Ο Νίκος χαμήλωσε τα μάτια που δεν είχαν πια ταίρι, παρά το ένα το άλλο, τόσο κοντά όμως χωρίς να μπορούν ποτέ να συναντηθούν. Κατέβασε τα μάτια και δεν είπε τίποτα, κάποια κραυγή έστω δεν έβγαλε. Τίποτα, τίποτα δεν έκανε. Άφησε τα πράγματα μόνα τους στην τύχη να αποφασίσουν γι’ αυτόν. Και τα πράγματα πάντα αποφασίζουν όταν τους του επιτρέπεις, κι αυτό που αποφάσισαν για τον Νίκο ήταν όπως και να το κάνουμε...
Πάγωσε η σκηνή, τα χέρια του Νίκου, το σώμα του ολόκληρο κοκάλωσε. Μια στάλα νερό που πήρε τον κατήφορο από τη βρύση στον νιπτήρα κι αυτή ακινητοποιήθηκε. Μόνο τα ξύλα από το καθρέφτη κουνήθηκαν. Έφυγαν από τη θέση τους. Ξεκαρφώθηκαν και άρχισαν να μεγαλώνουν, να βλασταίνουν, και μετά να κυρτώνουν, να γίνονται κάδρο όπου μέσα του στεκόταν τώρα ο Νίκος μαζί με τον γυμνό καθρέφτη και το υπόλοιπο μπάνιο, την μπανιέρα, τη λεκάνη. Ύστερα τα ξύλα μίκρυναν πάλι, όπως μίκρυνε και όλο το μπάνιο, οι πετσέτες που κρέμονταν δεξιά από τον νιπτήρα, όλα έγιναν μικρά, ελαφριά και τοποθετήθηκαν μόνα τους, από κάποιο χέρι που δεν φαινόταν, ποιος ξέρει, εκεί που ήταν ο καθρέφτης, πίσω από τον καθρέφτη συγκεκριμένα.  
Ο Νίκος παγιδευμένος, ακίνητος, μόνο η σκέψη του κουνιόταν, μα δεν έβλεπε κανέναν, άκουγε όμως, νερό άκουγε, από τον νιπτήρα, από την μπανιέρα, όλες οι βάνες ανοιχτές από όπου έτρεχε νερό καυτό, άχνιζε το μπάνιο, έτριζαν τα ξύλα του καθρέφτη και...
Είδε. Δεν τον γελούσαν τα μάτια του. Ο χώρος είχε γεμίσει αχνούς. Ο καθρέφτης είχε θολώσει. Κι όμως. Ένα τεράστιο χαμόγελο, δυο χείλια που δεν είχαν ηλικία και φύλο, δυο χείλια μεγάλα με δόντια άσπρα κοφτερά. Είδε. Και τα χείλια και τη δίψα των δοντιών, τα χείλια να φυσάνε μέσα στον καθρέφτη, αέρας να του παίρνει τα μαλλιά, αέρας που δυνάμωνε διαρκώς, τον σήκωσε ολόκληρο και τον έφερε δύο γύρους, τρεις. Και μετά. Το χέρι. Μια παλάμη όλη δέρμα λείο, λευκή σαν τον βαμβάκι, ακούμπησε πάνω στον καθρέφτη, κι ύστερα σηκώθηκε στηριγμένη στο ένα δάχτυλο, έκανε ένα σημάδι με το δάχτυλο, μια πλάγια γραμμή ώσπου όλα τα δάχτυλα ακούμπησαν πάνω στο τζάμι, ακούμπησαν εκεί που στεκόταν ο Νίκος και άρχισαν να σβήνουν. Έτριβαν με δύναμη, με ικανοποίηση. Και μια φωνή, πίσω από τα μεγάλα χείλια με τα κοφτερά δόντια. Επιτέλους. Μια φωνή καθαρή που έφτυνε κρύσταλλα ακούστηκε να λέει.
«Άτιμε θα σε σβήσω. Ήρθε η ώρα σου. Γρήγορα πίσω. Τι δουλειά έχεις εσύ ανάμεσα σε αίματα ζεστά, σε κόκαλα γεμάτα επιθυμία»;
Τα κρύσταλλα που έχυνε η φωνή τρύπησαν το πρόσωπο του Νίκου, το γέμισαν πληγές. Από κει και μετά ο Νίκος δεν θυμάται τίποτα, δεν έχει μνήμη. Μόνο το λεωφορείο θυμάται όπου βρέθηκε ξαφνικά απέναντι από μια γριά που καθόταν και τον κοιτούσε, το βλέμμα της δεν έφευγε στιγμή από τον χώρο που έπιανε το άδειο του κάθισμα. Κι όμως λες και ήξερε. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στα δικά του τα αόρατα. Και έδειχναν μια κατανόηση, και μια συμβουλή  κρεμόταν από τα ματόκλαδα. Κρεμόταν για πολύ ώρα ώσπου τελικά την κατάπιε η λύπη της, κάτι που έκανε τον Νίκο να κοιτάζει την γριά με αηδία. 

Πιστεύω σε…
«Αυτά, αυτά είναι όλα» είπε ο Νίκος στον Παύλο που δεν είχε αφήσει να πέσει ούτε φθόγγος κάτω από την ιστορία που άκουσε.
«Αυτά κύριε Δρακόπουλε δεν φτάνουν», είπε ο Παύλος  με πόζα και ύφος καλού ντετέκτιβ – που ήταν άλλωστε – σαν να είχε μπροστά του μια απλή υπόθεση, κάποιον από τους πολλούς απατημένους συζύγους που έρχονταν να του αναθέσουν να παρακολουθήσει τον σύντροφό τους.
Η ψυχραιμία το είχε κάνει το θαύμα της. Μετά από όσα πέρασε, ύστερα από τόσα φύκια που καθάρισε από πάνω του, λες και όλοι οι ωκεανοί της γης είχαν μαζευτεί στο γραφείο του και ξερνούσαν τα σωθικά τους. Ο Παύλος παρέμεινε ψύχραιμος. Και κυρίως, δεν ρώτησε, δεν αμφέβαλε, πίστεψε. Τον πίστεψε τον Νίκο, την στιγμή που ζούσε τώρα, καθώς άκουγε μια φωνή να του μιλάει χωρίς στόμα, χωρίς πρόσωπο.
«Τόση ώρα που μιλάτε μια ερώτηση γυρίζει μέσα στο μυαλό μου. Για ποιο λόγο δεν γυρίσατε σπίτι σας; Το λεωφορείο αν κατάλαβα καλά σας άφησε…Αλήθεια που σας άφησε»;
«Πίσω από την πλατεία Ομονοίας»
«Ωραία, γιατί δεν ξαναμπήκατε στο λεωφορείο …τέλος πάντων γιατί δεν γυρίσατε σπίτι σας θέλω να πω, να μιλήσετε στη γυναίκα σας για όσα σας συμβαίνουν».

Τελευταία εικόνα
«Γύρισα στο σπίτι μου, μπήκα μέσα ή μάλλον τρύπωσα για την ακρίβεια από την μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα, αλλά…»
«Αλλά», είπε ο Παύλος με αγωνία. Αλήθεια, με συναίσθημα, εμφανές στο κάδρο των ματιών του που είχε ανυψωθεί, μαρτυρούσε, ήταν κάπως αντιεπαγγελματικό…για τον Παύλο.
«Η φωνή μου γύριζε σε μένα. Τίποτα από όσα έλεγα δεν άκουγε. Όπως και κανείς άλλος άλλωστε. Η Αλίκη, το κοριτσάκι μου. Πόσες ώρες έκατσα στο σπίτι ούτε που θυμάμαι. Η Αλίκη…»
Η φωνή αλλάζοντας.

Είχε ακουμπήσει το πρόσωπο του στο πρόσωπο της Αλίκης, είχε τυλίξει τα χέρια του γύρω της, μια αγκαλιά που όμως χανόταν, που ψαλίδιζε τον εαυτό της, τον έκοβε. Της μιλούσε, δεν έπαιρνε απάντηση. Φώναξε, δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Τρόμαξε. Όμως μετά ησύχασε. Ξαφνικά. Η μυρωδιά της. Η μυρωδιά από τα μαλλιά της, πόσο ωραία τώρα που δεν μπορούσε να αγγίζει, ωραία μέσα στη σιωπή. Κι ο τρόμος από τα μάτια του. Χωρίς να το καταλάβει. Τον ξέχασε; Ξεχάστηκε;  
Το χέρι του απλωμένο στα μαλλιά της, η ανάσα του βάθυνε, έγινε καθαρή, πλυμένη. Μύρισε σαπούνι όλο το σαλόνι, ένα σαπούνι του παλιού καιρού, αυτό που τον έπλενε η μάνα του όταν ήτανε μικρός. Έπειτα έφυγε από πλάι της, απομακρύνθηκε λίγο, κοίταξε, είδε μιαν Αλίκη και ένα μικρό Νίκο, δύο παιδιά το ένα δίπλα στο άλλο που τα μάτια τους,  το δέρμα τους, ο χρόνος...
Κοιμόταν ακόμα, όμως τις ψευτιές του τις είχε ρίξει, όπως πάντα κάνει ο χρόνος σε αυτές τις ηλικίες, στους έφηβους, στους πολύ νέους. Τις είχε ρίξει τις ψευτιές του, πως τάχα η γη και να σαπίσει, εσύ δεν θα πεθάνεις. Θα ζήσεις για πάντα και δέρμα δεν θα αλλάξεις. Και είναι τόσο ωραίο αυτό το ψέμα και τόσο φυσικό όταν είσαι έφηβος  που όταν αποκαλύπτεται…είσαι μεγάλος πια. Πασχίζεις να φτιάξεις το δικό σου ψέμα, με τα ίδια λόγια που μιλούσε ο χρόνος τότε, στην εφηβεία. Μα όσο επιμένεις, τόσο περισσότερο γερνάς. Όσο θυμάσαι, τόσο τα ξύλα τα σάπια τρίζουν.
Έφυγε από το σαλόνι. Άφησε την Αλίκη να ζει σαν έφηβη το ψέμα της. Αποχωρίστηκε προσωρινά τη μυρωδιά της. Μέσα στην κρεβατοκάμαρα. Η Αριάδνη ξαπλωμένη, με όρθια την πλάτη, κρατούσε στα χέρια της κάποιο βιβλίο και διάβαζε. Της χαμογέλασε, δεν τον είδε. Της μίλησε, δεν τον άκουσε. Έκατσε δίπλα της και της ψιθύριζε κάποια από τις ιστορίες τους, από τότε που είχαν γνωριστεί, πριν πολλά χρόνια, τότε που πίστευαν, της έλεγε αυτός, πως όλα τα αγαπημένα τους μέρη, τα στενά σοκάκια της Πλάκας, οι βράχοι της Σαντορίνης με τις λευκές δαντέλες που κρέμονταν, είχαν φτιαχτεί μόνο γι’ αυτούς. Ήθελε να την κάνει να δει, να θυμηθεί, να τον δει. Τα μάτια της όμως δεν αποσπάστηκαν ούτε στιγμή από τις γραμμές του βιβλίου.  Και το δέρμα της…Το δέρμα της έφεγγε.  Όχι όμως επειδή άναψε από κάποια παλιά ανάμνηση. Είχε το άσπρο του φεγγαριού από την κούραση της μέρας. Και τα σημάδια του φεγγαριού είχε. Τίποτα χάρτινο δεν είχε.
Βγήκε από την κρεβατοκάμαρα απογοητευμένος. Πέρασε μέσα από σαλόνι όπου άπλωσε για μια τελευταία φορά το χέρι του και χάιδεψε τα μαλλιά της Αλίκης. Πήρε μαζί του αρκετό από το σαπούνι, το μύρισε και ύστερα έφυγε. Στους δρόμους βγήκε. Χωρίς κανέναν προορισμό τώρα.

Δεν πιστεύω σε…
«Μάλιστα», είπε ο Παύλος αφού πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα και σιγουρεύτηκε ότι η φωνή είχε τελειώσει την διήγησή της.
«Το αγαπάτε πολύ το παιδί σας», του είπε με τη ανακούφιση του ψυχαναλυτή που έχει βρει νήμα στο ασυνείδητο του ασθενή του να πιαστεί για να ξεκινήσει το ψυχογράφημά του.
«Και την Αλίκη και την Αριάδνη, τις αγαπώ πολύ. Είναι η ζωή μου όλη. Χωρίς αυτές, δεν είμαι τίποτα», είπε ο Νίκος.
«Καλά αλλά για παιδί σας μιλήσατε κυρίως, δηλαδή εγώ έτσι το κατάλαβα…τέλος πάντων κύριε Δρακόπουλε το θέμα μας δεν είναι αυτό. Από την διήγησή σας προκύπτουν ερωτήματα. Βασικά ένα ερώτημα, αλλά πολύ καίριο. Η Αλίκη δεν σας ακούει. Η Αριάδνη δεν σας ακούει. Εγώ γιατί σας ακούω»;
Ο τρόπος του Παύλου ήταν αρκετά επιθετικός. Και δεν κοίταξε στιγμή την άδεια καρέκλα που είχε απέναντί του. Τα μάτια του έτρεχαν γύρω από το γραφείο, σαν να έψαχνε να βρει κάτι, ένα αποδεικτικό στοιχείο.
Φυσικά κι έψαχνε να βρει αποδεικτικό στοιχείο γιατί απλά ο Παύλος άρχισε να υποψιάζεται φάρσα. Τόση ώρα καθόταν και άκουγε τον Νίκο, τη φωνή τέλος πάντων που του είχε συστηθεί με αυτό το όνομα, και δεν αμφισβήτησε ούτε μια φορά την αυθεντικότητα της ιστορίας του. Αυτό όμως, πως το παιδί και η γυναίκα του δεν τον άκουγαν, πως κανείς δεν τον άκουγε πέρα από αυτόν  όπως έβγαινε τώρα το συμπέρασμα, του φάνηκε πολύ ύποπτο. Βέβαια από την καρέκλα του γραφείου που καθότανε ο Παύλος, αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορούσε να βρει. Ήταν όμως μια υποσυνείδητη δήλωση αυτή η επιθετική συμπεριφορά που είχε τώρα, το βλέμμα του που γύριζε γύρω – γύρω και έψαχνε. Σαν να έλεγε «Νίκο ή φωνή ή εσείς που είστε πίσω από την φωνή, Κώστα – τον φίλο τον Κώστα υποψιάστηκε πρώτα γιατί ήταν, είπαμε, το πιο πειραχτήρι από όλους τους φίλους του – εντάξει σας πήρα χαμπάρι».

Εξηγήσεις
«Μόνο εσείς μπορείτε να με ακούσετε», είπε ο Νίκος ήρεμα, σαν να ήξερε, σαν να είχε προετοιμαστεί γι’ αυτήν την επίθεση. Που την περίμενε. Άλλωστε η ιστορία του, μια ιστορία χωρίς μάτια…
«Τουλάχιστον μέχρι στιγμής δεν ξέρω κάποιον άλλον. Αλλά μη γελιέστε, δεν είστε ο μόνος που προσπάθησα να μιλήσω. Όταν άρχισα να συνέρχομαι από όσα μου συνέβησαν, μετά την επίσκεψη που έκανα σπίτι μου, όταν ήμουν τόσο κοντά στο παιδί μου, στη γυναίκα μου, κι όμως αόρατος, άφατος, χωρίς σώμα, χωρίς οσμή, διάφανος τόσο πιο πολύ απ’ όσο έπρεπε, βγήκα, όπως σας είπα και στην αρχή, έξω στους δρόμους. Άρχισα να μιλώ σε αγνώστους, μπροστά από το βήμα τους πήγαινα, προηγούμουν, το πρόσωπο μου κολλημένο στο πρόσωπό τους, πίσω τους, ακολουθούσα, άγγιζα, τους χτυπούσα την πλάτη. Πόρτες χτύπησα, από χαραμάδες τρύπωσα, οικογένειες ξένες, παιδιά και γυναίκες άλλων…στεκόμουνα δίπλα του και τους μιλούσα, τους μιλούσα σαν να ήταν τα δικά μου παιδιά, η δική μου γυναίκα, σαν να ήμουν δικούς τους άνθρωπος από χρόνια, να με νιώσουν, να με δουν, να καταλάβουν ότι υπάρχω. Όμως τίποτα, κανείς, καμιά αντίδραση».
«Και δεν ξέρω πως, άλλα μου καρφώθηκε στο μυαλό να πάω να βρω κάποιον ντετέκτιβ. Τα μυστικά της δουλειάς, η εμπιστοσύνη η υποχρεωτική που σκοτώνει τις αμφιβολίες, που δεν τις αφήνει καν να υπάρξουν, μια σχέση ανάγκης, όμως ισότιμη, μια φιλία ίσως, από συμφέρον, αναγκαστική, με ημερομηνία λήξης , χωρίς να φοβάσαι κάποια έκπληξη, καμιά έκπληξη δεν υπάρχει, όλα γίνονται μέσα σε χρόνο προσδιορισμένο, με κανόνες που κατά ένα παράδοξο τρόπο σε κάνουν να νιώθεις άνετα, άνετα πολύ. Και ελεύθερος, ελεύθερος».

Ένας τηλεφωνικός κατάλογος. Σε ένα καφενείο ξεχασμένο από τον χρόνο κάπου στην περιοχή των Εξαρχείων, γεμάτο ανθρώπους…από τα ρούχα τους, από το πώς μιλούσαν, από το χτένισμα στο μαλλί τους, έμοιαζαν άνθρωποι της δεκαετίας του ΄80. Όχι, όχι πανκ, όχι τζιν παντελόνια επιμελημένα κι όμως ατημέλητα. Όχι αυτοί, οι άλλοι ήταν με τις χρυσές αλυσίδες στον λαιμό, τα κρύα αστεία της βιντεοκασέτας και τις προσβολές. Παρέες – παρέες θυμούνταν, ζούσαν καλύτερα πια, μα αναπολούσαν. Εκεί σε μια άκρη, σε σημείο σκοτεινό, λίγο πριν την τουαλέτα, όπως σε κάτι παμπ στο εξωτερικό, ένα τηλέφωνο, σε ένα ημιανοιχτό κουβούκλιο διαφανές, κι από κάτω ένα ράφι, ξύλινο, βαλμένο στην τύχη, όπως – όπως που είχε πάνω έναν τηλεφωνικό κατάλογο.
Τηλεφωνούσε για ώρες σε ντετέκτιβ. Κανείς δεν απαντούσε, κανείς δεν άκουγε. Απογοητεύτηκε, δεν έκλαψε, δεν το κάνει πότε, οι άλλοι πάντα κλαίνε, η Αριάδνη, η Αλίκη, κι άλλοι, φανερά, τις πιο πολλές όμως κρυφά. Για εκείνον. Το καταλαβαίνει όμως δεν δίνει σημασία…κι έπειτα ο Παύλος. Τον άκουσε. Ο μόνος που τον άκουσε, ο μόνος.
«Σας παρακαλώ», του είπε τώρα, «η πρώτη φορά είναι για μένα, ποτέ δεν έχω πει αυτή τη λέξη».
Ποτέ. Την άκουγε μόνο στους άλλους, μα πιο πολύ την έβλεπε, έξω στον δρόμο όταν τον έπιανε συχνά να κοιτάζει αγνώστους, τόσες φορές, από τα μάτια τους, από τη στάση το σώματος, από το πώς κουνάγανε άθελά τους τα χείλη τους και τη γλώσσα καθώς κατάπιναν τις ίδιες τους τις κουβέντες μιλώντας στον εαυτό τους, ήξερε ποιοι έχουν μόλις παρακαλέσει κάποιον. Τους κοίταζε και τους λυπόταν. Κι όσο απομακρυνόταν από κοντά τους, τόσο περισσότερο μεγάλωνε η λύπη του, που δεν είχε πια λόγο, καμιά αιτία δεν είχε, κι όμως  μεγάλωνε, μόνη της, απέναντί του στεκόταν μοβ ανεμώνα και τον κοιτούσε.
«Και να που ήλθε και η δική μου η σειρά. Την ντροπή μου καταπίνω, κι είναι πιο εύκολο από όσο νόμιζα. Ζητώ να με βοηθήσετε. Σας παρακαλώ μην με αφήνετε. Ξέρω τι σκέφτεστε. Όχι, δεν είναι αστείο. Μην με αφήνετε. Βοηθήστε με».

Ένας άνθρωπος υπό προστασία
Τον πίστεψε. Όχι γιατί ήταν ευκολόπιστος. Είχε μάθει να αμφιβάλει από τη δουλειά του. Ήθελε πάντα να αμφιβάλει. Κι από χαρακτήρα. Αμφίθυμος ήταν, ευμετάβλητος, με διάθεση σπειροειδή. Σήμερα όμως όσο και να ήθελε δεν μπορούσε. Σήμερα ήθελε να πιστέψει. Από την αρχή ήθελε να πιστέψει ας είμαστε ειλικρινείς. Πόζα ήταν και τίποτε άλλο όλες αυτές οι αμφιβολίες του. Μέσα του το ήξερε και ίδιος. Τον είχε σαγηνέψει η φωνή. Αληθινή ήταν η φωνή.
«Δεν χρειάζεται να με παρακαλάτε κύριε Δρακόπουλε. Θα την αναλάβω την υπόθεσή σας. Δεν ξέρω η αλήθεια είναι τι είναι αυτό που με κάνει να σας ακούω, ενώ η γυναίκα σας και το παιδί σας όχι. Ίσως έχει και αυτό σχέση με την υπόθεση. Πάντως κάτι, κάτι υπάρχει που με συνδέει μαζί σας».  
«Σας ευχαριστώ για την κατανόηση που δείχνετε. Πραγματικά δεν είχα που αλλού να πάω. Αν μου λέγατε τώρα να φύγω, θα ήταν σαν να με γκρεμίζατε. Όσο για μένα, μπορείτε να με ρωτήσετε ό,τι θέλετε. Είμαι έτοιμος να απαντήσω σε κάθε σας ερώτηση.».
«Ναι δεν είπατε πολλά είναι η αλήθεια. Αλλά όλο αυτό…ότι έγινε σήμερα εδώ τέλος πάντων…νομίζω πως ήταν ήδη πολύ. Τουλάχιστον για σήμερα. Μπορείτε αν θέλετε να πηγαίνετε. Ελάτε ξανά μετά από μια εβδομάδα. Δώστε μου αυτό το χρονικό περιθώριο. Είναι μια ανάσα που τη χρειάζομαι. Και σίγουρα μέχρι τότε κάποιες ιδέες θα μου έχουν έρθει στο κεφάλι. Κάποια αρχή θα έχω σκεφτεί να κάνουμε».
«Αλήθεια όμως που μένετε. Όλο αυτό το διάστημα που θα είστε»;
«Οπουδήποτε. Κάποιος σαν και εμένα μπορεί να είναι παντού, δεν νομίζετε; Και ασφαλής».
«Φυσικά. Παντού και ασφαλής. Δεν θα μπορούσατε να το πείτε καλύτερα».

Αποστάσεις ασφαλείας
Ο Παύλος στάθηκε για λίγο ακίνητος πίσω από την κλειστή πόρτα του γραφείου. Ένα χαμόγελο μισάνοιξε μέσα του, ένα χαμόγελο που δεν έφτασε μέχρι επάνω στα χείλη του. Ήταν μια αντίδραση ανεπαίσθητη, ανούσια θα την έλεγε κάποιος, όχι όμως για τον Παύλο, και σίγουρα όχι σε αυτόν τον χώρο. Αυτό το κρυφό χαμόγελο, ο μισός ήλιος, μια λύπη ήταν αυτό το χαμόγελο που ανέμισε σαν φάντασμα για μια στιγμή…η λύπη, και κάθε τι που της μοιάζει, μες στη ζωή του αστερισμός, όχι όμως για τους άλλους, όχι για  τους πελάτες του, δεν περιλαμβανόταν τα συναισθήματα στο επαγγελματικό του μενού.  
Πότε δεν είχε νοιαστεί πραγματικά για τους πελάτες του. Ακόμα και όταν είχε αναλάβει πριν μερικά χρόνια εκείνον τον φόνο που είχε διαλευκάνει, που τον είχε κρεμασμένο στον τοίχο, τα ηλεκτρονικά αποκόμματα εφημερίδων ηλεκτρονικών μέσα στην κορνίζα, ακόμα και τότε,  μια κραυγή δεν είχε σχίσει μέσα του. Κι ας ήταν το θύμα μόνο 25 χρονών. Και ας αποδείχθηκε πως ο δολοφόνος ήταν ο ίδιος του ο αδελφός, που είχε έρθει μάλιστα μαζί με τους γονείς του στο γραφείο για να του αναθέσουν την υπόθεση. Αυτός μάλιστα, ο φονιάς τον είχε συστήσει τον Παύλο, τον ήξερε μέσω κάποιου απατημένου φίλου, από κάποια προηγούμενη υπόθεση εξωσυζυγικής απιστίας που είχε αναλάβει. Κι όμως, ακόμα και τότε, ο Παύλος παρέμεινε ένας στυγνός επαγγελματίας.
Όσο για αυτές τις υποθέσεις με τις απιστίες και τους συζύγους. Ρουτίνα σκέτη. Κανένα ενδιαφέρον για τον Παύλο. Κανένας κόμπος να δεθεί με τέτοιο πελάτη. Και γιατί να δεθεί άλλωστε με τους απατημένους; Αλλά και με την άλλη υπόθεση του φόνου, γιατί να δενότανε με τους γονείς του σκοτωμένου παιδιού; Ποιος θα το εκτιμούσε;
Έτσι σκεφτόταν ο Παύλος. Ήταν πολύ ξεκάθαρος, το είχε εκλογικέψει. Όταν μάλιστα τον έπιανε το δασκαλίστικό του, έλεγε στα παιδιά που έχει προσλάβει για βοηθούς του, τον Σωτήρη, τον Σωτήρη, την Μαρία και τη Στέλλα.
«Προσέξτε καλά. Τους πελάτες τους διευκολύνουμε, τους λύνουμε τις υποθέσεις, τους τα παίρνουμε και γεια σας. Καθ’ όλη τη διάρκεια μιας υπόθεσης κρατάμε αποστάσεις. Όχι γιατί το λέει το Χόλυγουντ και οι τρελόγιατροι, αλλά γιατί ζούμε στην Ελλάδα. Και στην Ελλάδα δυστυχώς όταν νοιάζεσαι σημαίνει πως είσαι χαλβάς. Τουλάχιστον ο άλλος αυτό καταλαβαίνει. Και λέει από μέσα του, ευχαριστώ για τη μαλακή σου καρδιά…χαλβά και για τα συναισθήματά σου, αλλά είναι προτιμότερος ο άλλος ο λεβέντης, το σπαθί. Καταλάβατε παιδία» έλεγε ο Παύλος σαν δάσκαλος, ένα τροπάρι που το επαναλάμβανε συνήθως μετά το τέλος μιας υπόθεσης που είχε πάει καλά, χρησιμοποιώντας πάνω κάτω τα ίδια λόγια, σαν δάσκαλος πραγματικά που λέει στην τάξη το ίδιο μάθημα.

Μπροστά στον καθρέφτη
Ο Παύλος πίσω από την πόρτα, το χαμόγελο είχε σβήσει, όμως η λύπη…είχε μείνει η λύπη, το φάντασμα δεν έφευγε. Ο Παύλος κατάλαβε, την αναγνώρισε, είχε πλατύνει η λύπη πολύ, είχε ανθίσει, ήταν μέσα στο μυαλό του πια, μπορούσε να τη δει, να την ονομάσει. Πάνω στο δέρμα του σταγόνες ιδρώτα, στο πρόσωπο, στο λαιμό του ψιχάλιζαν, για τη λευκή φωνή άραγε, μόνο γι’ αυτή;
Προχώρησε προς τον διάδρομο του γραφείου. Έπειτα μπήκε στο μπάνιο και στάθηκε μπροστά από τον καθρέφτη. «Πόσα χρόνια πέρασαν» ψιθύρισε κι ύστερα σιώπησε. Παρατηρούσε συνεχώς το είδωλο του στον καθρέφτη, τα μαλλιά του ασπρισμένα στους κροτάφους, αραιωμένα πάνω από το μέτωπο, τα μάτια του θαμπωμένα, ένα κιτρινωπό λευκό και κόκκινες γραμμές που χαράζονταν. Κάθε μέρα, κάθε πρωί μπροστά στον καθρέφτη, ξυριζόταν καλά, κοιτούσε καλά, έβλεπε. Τώρα για πρώτη φορά παρατήρησε. Κι ο ιδρώτας του δυνάμωνε, ρέματα, ρυάκια τρέχοντας από το μέτωπο, και στα μάτια μέσα δυο νερόλακκοι. Το γερασμένο πρόσωπο, του φανερώθηκε, όλα όσα δεν έκανε στη ζωή του, ό,τι δεν τόλμησε και άνθρωποι, άνθρωποι που προσπέρασε. Δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί.

Οι δικές μου αποστάσεις
Βγήκε από το μπάνιο και πήγε κατευθείαν στο καλόγερο πίσω από την πόρτα της εισόδου όπου είχε κρεμασμένο το παλτό του. Το φόρεσε, γύρισε κι έριξε μια ματιά στο χώρο για να βεβαιωθεί,  όχι για κάτι συγκεκριμένο, απλώς να βεβαιωθεί. Ύστερα έφυγε.
Κατέβηκε με τα πόδια την πολυκατοικία από τον τρίτο όροφο που ήταν το γραφείο του. Δεν ήθελε να πάρει το ασανσέρ, δεν τον χωρούσε, δεν χωρούσε τις σκέψεις του, την λύπη του την απροσδιόριστη, την αδημονία του που έκανε κύκλους μέσα στο μυαλό του, ξαφνικά καθώς έβγαινε από το γραφείο και σκέφτηκε, μιαν επιθυμία μέσα του άναψε, να πάει στην αδελφή του.
Έξι μήνες είχαν περάσει από τότε που την είδε τελευταία φορά. Μιλούσαν συχνά στο τηλέφωνο, αυτήν τον καλούσε πάντα, και του μιλούσε σαν να ζητούσε συγγνώμη που του τηλεφώνησε,  και του έλεγε λόγια χωρίς καμία σημασία, λόγια που απλά γέμιζαν τα δυο – τρία λεπτά που κρατούσε πάνω κάτω η συνομιλία τους. Μιαν επιβεβαίωση γύρευε αυτή πως ήταν ακόμα εκεί, στο σπίτι, στην ίδια πόλη, κάπου τέλος πάντων κοντά της. Όμως οι συναντήσεις τους ήταν πολύ σπάνιες. Όταν βρεθήκαν πριν από έξι μήνες, ήταν στα γενέθλια της Αρετής, της μεγάλης κόρης της αδελφής του Παύλου,  που του είχε μια παράξενη αδυναμία, η ίδια είχε ζητήσει να έλθει στα γενέθλιά της, αυτή τον πήρε στο τηλέφωνο. Και δεν μπόρεσε να πει όχι αν και το ήθελε τόσο πολύ.

Μέσα στα ρούχα των ξένων
Ήταν ήδη περασμένες 10:00 το βράδυ. Ο Παύλος περπατούσε σχεδόν μόνος του πάνω στο πεζοδρόμιο, λίγα βλέμματα διασταυρώθηκαν με το δικό του, λίγοι περαστικοί υπήρχαν. Ήταν μια βραδιά πολύ κρύα, ένας βαλκανικός χειμώνας είχε θυμηθεί την Αθήνα.  Κι ήταν μια απογοήτευση για τον Παύλο η απουσία του ξένου κόσμου.  
Πόσο καλά περνούσε αλήθεια όταν περπατούσε δίπλα τους, πόσο ανάλαφρος, ναι ανάλαφρός,  ένιωθε, που υπήρχαν. Κι ας μην τους γνώριζε ποτέ. Μόνο που υπήρχαν, σαν ντεκόρ γύρω του, με παλμούς όμως και αίμα και φωνή. Και αυτή η απουσία προσοχής. Οι ξένοι, όταν μιλούν μεταξύ τους, όταν περπατούν μόνοι τους στον δρόμο και απορροφώνται στις σκέψεις τους, ένας κόσμος ολόκληρος, με δικό του ήλιο και φεγγάρι, ένας κόσμος κλειστός, τίποτα δεν ακούει, τίποτα δεν βλέπει παραπέρα. Τρυπώνοντας ο Παύλος ανάμεσα στους ξένους, το βλέμμα του κολλημένο επάνω τους, προσπαθεί να μαντέψει, να καταλάβει, πλησιάζει κάποτε και τις φωνές ακούει καθαρά, τις ιστορίες που λένε, ιστορίες όμορφες, πόσο θα ήθελε να ήταν ένας από αυτούς, ιστορίες τραγικές, πόσο θα ήθελε να είχε χαλυβδωθεί με τέτοιες εμπειρίες.    
Σήμερα όμως η πόλη είναι σχεδόν άδεια από ανθρώπους. Το βλέμμα του Παύλου έχει ανοίξει, έχει γίνει πιο τηλεσκοπικό, ψάχνει να βρει κάποιον.
Έχει φτάσει στο σταθμό Χαλανδρίου. Κατεβαίνει τις κυλιόμενες σκάλες. Μπροστά δυο – τρεις άνθρωποι, του φαίνονται αδιάφοροι. Στα εκδότρια των εισιτηρίων ένα ηλικιωμένο ζευγάρι τυλιγμένο με παλιά μάλλινα παλτά. Από μέσα μαντεύει τα πουκάμισα, κάποιο λασπωμένο χρώμα, θυμίζει παραίτηση, μαντεύει τις ζακέτες, ένα αποκρουστικό γκρίζο, θυμίζει δεκαετία 70΄, που ξεκίνησε με τόσες υποσχέσεις, με τόσα χρώματα και κατέληξε σαν ένα μουντός λονδρέζικος ουρανός, χωρίς όμως αίγλη καμιά, μόνο τη μουτζούρα. Δεν πλησίασε. Φοβήθηκε. Η μυρωδιά. Η μυρωδιά ή σε ανασταίνει ή σε αφήνει να σαπίσεις. Μάντεψε τη ναφθαλίνη. Απομακρύνθηκε.
Στεκόταν τώρα όρθιος κάτω στην αποβάθρα και περίμενε τον συρμό για την Πανόρμου. Μετά από ένα λεπτό φάνηκε. Και τότε μέσα στον κόσμο, τότε μόνο το μάτι το αγριεμένο ησύχασε. Τότε μόνο η δίψα του για ξένες ανάσες άρχισε να σβήνει. Ήταν φανερά περισσότερες τώρα αυτές οι ανάσες. Πολλά τα στόματα, πολλά τα μάτια να χωθεί, πολλά τα κεφάλια να κόψει. Προχώρησε μερικά βήματα στο διάδρομο. Είδε μια κενή θέση που του άρεσε. Απέναντί του ήταν δυο νέα πρόσωπα, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Ήταν καλή ψαριά.

Φοιτητική ζωή
Μιλούσανε καθαρά, δυνατά. Ο Παύλος θα τους άκουγε ακόμα κι αν δεν είχε καθίσει απέναντί τους, αν στεκόταν πέντε βήματα παραπέρα όρθιος μαζί με τον πολύ τον κόσμο. Όμως εκείνοι δεν νοιάζονταν. Σαν να ήξεραν πως έτσι κι αλλιώς κανένας δεν θα πρόσεχε. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μέσα στο συρμό, μόνοι οι περισσότεροι, ο καθένας είχε την δική του ιστορία να κηδέψει ή να γιορτάσει. Το λόγια τους, ακόμα κι αν  περνούσαν μέσα από τα αυτιά των επιβατών, δεν θα σκάλωναν πουθενά, τα αυτιά, όπως το λέει ο λαός…από το ένα μπαίνει από το άλλο βγάνει, μακαρόνι τρύπιο.
Για το Παύλο όμως τα λόγια αυτά ήταν αναπαυτικά. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, το πολύ – πολύ είκοσι με εικοσιπέντε, που συζήταγαν, έλεγαν κάτι για το πανεπιστήμιο που φοιτούσαν, και για κάποιο μάθημα που έκαναν εκεί ιστορικό. Ήταν…πρέπει να ήταν φοιτητές της φιλολογίας. Αλλά και να μην ήταν δεν είχε σημασία. Ο Παύλος από τα λίγα λόγια που είχε ακούσει, έτσι τους έπλασε μες  στη φαντασία του…τα κομμάτια της πραγματικότητας των δύο νέων που είχαν καταπιεί τα  περασμένα λεπτά, οι περασμένες ώρες τους, οι περασμένες μέρες τους, τους έδωσε τι μορφή που ήθελε.
Κι συζητούσαν ποιος ξέρει από πότε, ίσως πολύ πριν μπουν στο συρμό, γιατί η νεαρή τους ηλικίας είχε πια γεννοβολήσει, τα πρόσωπα τους ήταν κόκκινα χωράφια από ιδρωμένες παπαρούνες, ήταν μεγάλη η φωτιά.
Το θέμα τους παλιό, όσο κι επιστήμη τους, άκαιρο, έξω από τον σημερινό κόσμο και τα προβλήματά του, έξω από τα πολιτικά, που σίγουρα τους απασχολούσαν –  άλλωστε, αργά ή γρήγορα, δεν γίνεται, όλοι μας κάποια στιγμή θα το πούμε το πολιτικό μας, το έχει μέσα του ο ρωμιός το χαλασοχωρίτικο. Οι νέοι όμως που είχε απέναντί του ο Παύλος,  κάπου άλλού ταξίδευαν σήμερα, κάπου πολύ μακριά.
Η κοπέλα μιλούσε για τον ελληνισμό, για την ελληνιστική περίοδο. Έλεγε πως αυτή ήταν η καλύτερη περίοδος της Ελλάδας, πως σε αυτήν την περίοδο χρωστά σήμερα η ανθρωπότητα που ξέρει τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Σε μια στιγμή μάλιστα την άκουσε ο Παύλος να λέει.
«Τι νομίζεις, επειδή αυτοί ήταν καλοί φιλόσοφοι, θα τους ξέραμε σήμερα, αν δεν είχαν ταξιδέψει τα κείμενά τους πάνω στα νερά εκείνου του ανοιχτού κόσμου. Κι άλλοι λαοί είχανε σπουδαίους, πιο μετά από την κλασσική περίοδο τη δική μας, ίσως και πριν. Αλλά όμως τους έφαγε το μαύρο σκοτάδι. Τους δικούς μας τους έσωσε η γλώσσα που ανοίχτηκε μαζί με τα σύνορα».
Ο νεαρός δεν συμμεριζόταν αυτήν την άποψη. Έλεγε πως ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης είχαν τη δική τους αυτοτελή αξία, που ήταν τόσο μεγάλη, που δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητοι. Θα έβγαιναν στο φως έλεγε έτσι κι αλλιώς, όπως έγινε και μετά τον μεσαίωνα, όταν τους ξαναθυμηθήκαμε.

Εκείνο το κορίτσι
Ο Παύλος, αν ήταν στη δική τους ηλικία…ναι θα είχε μπει κι εκείνος στην κουβέντα. Κι αν ήταν μια από τις συνηθισμένες φορές που παρακολουθούσε αγνώστους να μιλάνε, πάλι θα είχε μπει, με τη φαντασία του όμως. Πάντα με αυτήν, σε κάθε συζήτηση που άκουγε, αν του τραβούσε το ενδιαφέρον, σκεφτόταν πως ήταν κι εκείνος μέρος της μικρής παρέας των δύο ή τριών προσώπων που είχε κοντά του. Και μονολογούσε τότε από μέσα του αναπτύσσοντας τα επιχειρήματά του. Και κάρφωνε το βλέμμα του στο κενό όπου έβλεπε σιγά - σιγά να αναδύεται μια μορφή, η δική του μορφή, μέσα στην ίδια παρέα με τους ξένους ανθρώπους, μοιραζόταν μαζί τους την ίδια ένταση της συζήτησης, τον ίδιο ρυθμό. Ίδρωνε κιόλας πότε – πότε, το πρόσωπό του γινόταν σκληρό, βράχος, όταν ένιωθε πως είχε δίκιο και πως οι άλλοι δεν καταλάβαιναν.
Σήμερα όμως, αυτή τη στιγμή…όχι δεν ήταν σαν τις άλλες φορές κι ας έμοιαζε τόσο. Σήμερα άκουσε, άκουσε για κάποια ώρα τους νέους που ανέπτυσσαν αυτό το εκτός τόπου και χρόνου θέμα. Ήθελε πολύ να ακούσει, αλλά όμως η φωνή τους. Δεν κράτησε η φωνή, λίγο – λίγο άρχισε να χαμηλώνει, να σβήνει. Και δεν είχε πια  σημασία τι έλεγαν, και δεν τον ένοιαζε. Τα μάτια του, αυτά είχαν σημασία. Τα μάτια του γλιστρώντας από το αγόρι που μιλούσε πριν από λίγο, πέσαν με φόρα πάνω στην κοπέλα και ρουφούσαν την εικόνα της. Ρουφούσαν την ζωή της. Τις στιγμές που με ένα τσιγάρο στο στόμα καθόταν στην καφετέρια στο πανεπιστήμιο μαζί με τους συμφοιτητές της κι έκοβε με απότομες κινήσεις των χεριών τον αέρα, για να υπερασπιστεί τα μασημένα της λόγια. Τις στιγμές που είχε αρνηθεί την αγκαλιά ενός αγοριού, και οι τύψεις μέσα της παλεύαν με την ικανοποίηση που ένιωθε. Τις στιγμές που τα κόκκινα χείλη της ήταν ακόμα πιο κόκκινα, αναμμένα από το σώμα κάποιου νέου που κοιμόταν μαζί της στο φοιτητικό της δωμάτιο. Ένα δωμάτιο σε ένα μικρό διαμέρισμα κάπου στο κέντρο της Αθήνας πρέπει να ήταν, κάπου…
Στην Καλλιδρομίου, αναγνώρισε τον δρόμο, ένα διαμέρισμα στον δεύτερο όροφο, με πάτωμα ξύλινο, παλιό, φαγωμένο από τα πολλά πόδια που το είχαν πατήσει, ένα χαλί  βυσσινί με κρόσσια στην είσοδο, που απλωνόταν ως την αρχή στο σαλόνι. Εκεί μια παλιά βιβλιοθήκη, που ο προηγούμενος νοικάρης άφηνε στο επόμενο κληρονομιά, γεμάτη ήταν από βιβλία και περιοδικά, περιοδικά ελληνικά και ξένα, επαναστατικά, μουντά και μονόχρωμα, που όμως υπόσχονταν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Ένα στερεοφωνικό στη γωνία, δεξιά της βιβλιοθήκης, πάνω σε ένα έπιπλο καινούργιο, αδιάφορο, κι από κάτω δίσκοι με μουσικές rock και disco, και κάποια ρεμπέτικα. Εκείνη στο πάτωμα, πάνω στο ξύλο το γυμνό, χόρευε ξαπλωμένη σαν να κοιμόταν, άλλαζε πλευρό συνέχεια. Και ήταν όμορφη, όμορφη πολύ, μέσα στη ζακέτα τη μπορντό που φορούσε πάνω από το ανοιχτόστηθο λευκό της πουκάμισο, με το μακρύ της μαλλί το ξανθό, το ίσιο, σαν κλωστές του ήλιου που της φώτιζαν το πρόσωπο, με το παντελόνι της το τζιν με καμπάνες που ακολουθούσαν το ρυθμό του κορμιού της καθώς χόρευε.
…Ελένη, είπε ο Παύλος δυνατά, χωρίς όμως κανένας να τον ακούσει, ούτε και οι δύο νέοι που κάθονταν απέναντί του, οι οποίοι τώρα είχαν αλλάξει θέμα, κάτι έλεγαν για την αρχή του 20ου αιώνα, για την τέχνη, τη λογοτεχνία τότε στην Ελλάδα.
Μια γυναίκα από το παρελθόν με όνομα, ένας άνθρωπος που υπήρχε, που τόσα χρόνια τον είχε ξεχάσει. Δεν τον αγαπούσαν αυτόν τον άνθρωπο οι μεταλλικές  επιφάνειες του θερμοσίφωνα όπου ταξίδευαν τόσο συχνά τα μάτια του Παύλου.  Κανένα πρόσωπο που γνώριζε ο Παύλος, που είχε συναντηθεί μαζί του δεν αγάπησε ποτέ ο θερμοσίφωνας, ούτε καν τους φίλους του, ούτε την αδελφή του. Ούτε καν τα όνειρά του, ό,τι δεν τόλμησε, δεν προσπάθησε να κάνει στη ζωή του, όπως η καριέρα του εγκληματολόγου. Και τώρα εκείνη…χωρίς βοήθεια, χωρίς το φως το περασμένο μέσα από το μέταλλο, χωρίς φωτογραφία στον τοίχο μέσα σε κορνίζα. Εκείνη…

Κάτω από το χώμα της μνήμης θαμμένα ερείπια της ζωής του, τόσα χρόνια ξεχασμένα, δεν άντεξαν άλλο το σκοτάδι, φώναξαν, τον ανάγκασαν να δει. Κι αν τώρα όλες τους οι αισθήσεις είχαν πια επιστρέψει στη πεζή εικόνα του συρμού (η ίδια του η φωνή, καθώς πρόφερε το όνομά της, το άκουσμα της φωνής του, ανέκοψε απότομα το ταξίδι της φαντασίας του), λίγη σημασία είχε. Την πρώτη φτυαριά ο Παύλος την έδωσε. Κάτι, κάτι άλλαζε λοιπόν; Αν άντεχε τον τρόμο αυτής της αλλαγής…

Οι δικοί μου άνθρωποι
Η Μαρία ήταν μικρότερη από τον Παύλο κατά τρία χρόνια. Γεννήθηκε όπως λένε απρογραμμάτιστα, μιας και οι γονείς του Παύλου, δικηγόροι και οι δύο στο επάγγελμα, δούλευαν πολλές ώρες και δεν είχαν στο μυαλό τους να φέρουν στον κόσμο και δεύτερο παιδί. Βέβαια αν δεν το ήθελαν πραγματικά, θα φρόντιζαν να μην το είχανε συλλάβει. Γενικά αυτό το «απρογραμμάτιστα» ακούγεται κάπως παράξενα. Προφανώς στο πίσω μέρος του μυαλού τους οι γονείς του Παύλου, το θέλανε το δεύτερο παιδί, για να γεμίσει ποιος ξέρει ποιο κενό είχανε αυτοί στο γάμο τους. Γενικά η σεξουαλική ελευθεριότητα σε έναν γάμο που «τεκνοποιητικώς» το ζευγάρι αισθάνεται πως έχει ολοκληρωθεί, μοιάζει σαν ανοιχτή πρόσκληση σε κάποιον από μηχανής θεό, σαν πρόσκληση σε κάποιο θαύμα, που το περιμένουνε τα ανδρόγυνα για να σωθούν. Κι η αλήθεια είναι ότι κάποιοι σώνονται, για λίγο, με αυτόν τον τρόπο, εννοώ σώνονται ατομικά, γατί ο γάμος αν έχει στραβώσει, ούτε χίλια μωρά δεν τον σώνουν.
Εκείνα όμως που κυρίως μισούν τις απρογραμμάτιστες αφίξεις, είναι τα ίδια τα παιδιά. Έτσι ο Παύλος δεν το πήρε και πολύ καλά όταν του είπαν πως θα αποκτήσει αδελφάκι. Βέβαια εκπαιδεύτηκε τους εννέα μήνες που κράτησε η εγκυμοσύνη της μητέρας του. Τα παραμυθάκια, οι ιστοριούλες που του έλεγαν και οι δύο γονείς του, βοήθησαν στο να υποδεχτεί χωρίς ιδιαίτερη άμυνα την εισβολέα. Όπως δηλαδή γίνεται τελικά σε αυτές τις περιπτώσεις.
Ο Παύλος μάλιστα ακολούθησε πιστά τον τυφλοσούρτη. Μπορεί να εκνευριζόταν συχνά με την αδελφή του που του κατέστρεφε τα παιχνίδια, αλλά όμως το ότι ήταν μεγαλύτερος τον έκανε να αισθάνεται ότι έχει εξουσία. Και μια γόνιμη πλευρά της εξουσίας είναι η προστασία, όταν βέβαια μιλάμε για οικογενειακό περιβάλλον. Έξω από την οικογένεια η προστασία ήταν και θα είναι πάντα νταβατζιλίκι.

Υπήρξε λοιπόν μαζί της αρκετά προστατευτικός. Και από τους γονείς του πολλές φορές την προστάτευε, όταν βέβαια είχε μεγαλώσει αρκετά κι είχε εξαφανιστεί η χαρά που ένιωθε όταν η μάνα του, με δική του μαρτυρία, μάλωνε τη Μαρία. Αλλά κι από τα άλλα παιδία που παίζανε μαζί και θέλανε να της κλέψουν το δίκιο. Όμως ο Παύλος στενή σχέση με τη Μαρία δεν απέκτησε ποτέ. Η διαφορά του φύλου, έλεγε η αδελφή του μεγάλη πια, όταν το έφερνε η συζήτηση με τις φίλες της για τα παιδικά της χρόνια με τον Παύλο. Και ως ένα βαθμό είχε δίκιο. Άλλωστε αυτό ήταν το εύκολο μέρος, το προφανές.
Η Μαρία ήταν απόφοιτος της νομικής σχολής, αλλά όμως δεν άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Ούτε εξετάσεις έδωσε στο διπλωματικό σώμα, ούτε για δικαστής πήγε. Γνώρισε από φοιτήτρια, στο τρίτο έτος, τον άντρα της τον Λεωνίδα, ο οποίος ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερός και ήδη διορισμένος στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τον παντρεύτηκε. Ο γάμος έδωσε δύο παιδιά, την Αρετή και τον Δημήτρη, όμως η ευτυχία, τέλος πάντων, οι καλές στιγμές του ζευγαριού, διακόπηκαν απότομα, όταν ο Δημήτρης κατέρρευσε μέσα στο γραφείου του, στη δουλειά, τριγυρισμένος από μια στοίβα χαρτιά, που ξεχείλιζαν από συρτάρια, από τα ράφια της βιβλιοθήκης, από κάθε τρύπα που υπήρχε εκεί μέσα. Έπεσε και δεν ξανασηκώθηκε.
Ο Παύλος το έκανε το αδελφικό το χρέος. Της συμπαραστάθηκε της Μαρίας στο χαμό του άντρα της. Έμεινε μαζί της μια περίπου εβδομάδα. Το πρωί ετοίμαζε τα παιδιά και τα πήγαινε στο σχολείο. Το απόγευμα καθόταν και τα διάβαζε. Και τα πιο δύσκολα έκανε. Όταν τα παιδιά τον ρωτούσαν για τον πατέρα τους τώρα που είχε πεθάνει και είχαν ανάγκη να μάθουνε ποιος είναι – όπως συμβαίνει δηλαδή και με τους μεγαλύτερους όταν χάνουν τους γονείς τους που ακούν, οι ίδιοι στην ουσία το ζητάνε, τους συγγενείς και τους φίλους να μιλάνε γι’ αυτούς, μόνο που τότε υπάρχουν και τύψεις, για την ευκαιρία που είχαν να τους γνωρίσουν καλύτερα τους γονείς τους, να τους καταλάβουν, να τους δικαιολογήσουν ίσως, και δεν την εκμεταλλεύτηκαν όσο εκείνοι ζούσαν – όταν λοιπόν τον ρωτούσαν για τον πατέρα τους, ο Παύλος απαντούσε παρηγορητικά, έδινε τις διαβεβαιώσεις του, πως ο πατέρας τους ήταν ο πιο καλός άνθρωπος του κόσμου, που εδώ που τα λέμε δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα για όποιον ήξερε τον Λεωνίδα. Βέβαια τότε η οργή των παιδιών, της Αρετής και του Δημήτρη, φούντωνε - μια αντίδραση αναμενόμενη - για τη αδικία να μην έχουν δίπλα τους το πατέρα τους, όμως το βάλσαμο λειτουργούσε. Γιατί είναι πάντα ωραίο να ξέρεις ότι οι γονείς σου είναι καλοί. Ακόμα κι αν δεν είναι αλήθεια. Εσύ αυτό πρέπει να ξέρεις, γιατί και μέσα από τον τάφο του ο γονιός είναι γονιός, σε θυμάται. Κάπως τα καταφέρνει και το σκάει και έρχεται κοντά σου και σε αγκαλιάζει, σε νανουρίζει, σου τα σούρνει αν δει κάτι στραβό που έχεις κάνει. Γιατί ακόμα και νεκροί οι γονείς σε μεγαλώνουν ή τέλος πάντων θα έπρεπε να σε έχουν μεγαλώσει. Και δεν πρέπει να πέσουν στα μάτια σου ποτέ.
Αλλά και στη Μαρία είχε να πει έναν καλό λόγο. Και όποτε ήθελε να τη βοηθήσει, ακόμα και σε απλά πράγματα, όπως το να πάει στο σουπερμάρκετ, να ψωνίσει, μια και τον πρώτο καιρό, κρυφά δήθεν από τα παιδιά, η Μαρία είχε πέσει σε μια κατάθλιψη που την καθήλωνε με τις ώρες στο κρεβάτι. Ανταποκρινόταν. Δεν της χάλαγε χατίρι. Όμως η Μαρία δεν ήταν Δημήτρης και Αρετή. Μπορεί να την είχε απορροφήσει το πένθος της, αλλά έβλεπε. Ο Παύλος της συμπαραστεκότανε γιατί έπρεπε. Στην ουσία όμως ήταν ο ίδιος απόμακρος Παύλος όπως τον θυμάται από την εφηβεία της. Πάντα κάπου αλλού γύριζε ο νους του, σε μέρη ασφαλή από αίμα ανθρώπινο. Ο Παύλος αλήθεια μπροστά στους ανθρώπους…δεν του άρεσε η μυρωδιά των ανθρώπων. Ούτε καν η δική της μυρωδιά του άρεσε.
Πότε αλήθεια. Πότε έγινε, σκεφτόταν κάποιες φορές η Μαρία όταν έφερνε τον αδελφό της με τον νου της. Κι ήταν κάποιες στιγμές μοναξιάς, όταν ήθελε τόσο πολύ να τον πάρει στο τηλέφωνο, να του πει να έλθει από τον σπίτι να τον δει, αλλά όμως το μετάνιωνε, δεν προσπαθούσε καν, τον φανταζότανε το χιόνι.
Πότε έγινε, τότε, στα 17 του χρόνια; Τότε δεν είναι, στην εφηβεία, που η ζωή των ανθρώπων τσακίζει;  Ένα τσάκισμα που πολλοί όμως δεν το αισθάνονται, μια στροφή αισθάνονται, μια στροφή βλέπουν μπροστά τους, την ακολουθούν και συνεχίζουν ομαλά την πορεία τους, συνεχίζουν σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Για κάποιους άλλους όμως, τα κλαδί πάνω στο δέντρο σπάει. Κι από εκεί που έχουν το χέρι τεντωμένο στον ουρανό, ξαφνικά βρίσκονται πεσμένοι κάτω στο χώμα. Άραγε μόνοι τους να πέφτουν, αυτοί να πιέζουν με το βάρος τους το κλαδί να σπάσει; Τι  είναι αυτό που φοβούνται, τι να βλέπουν καθώς έχουν τα μάτια τους υψωμένα στον ουρανό από το χώμα που βρίσκονται; Μήπως καταλαβαίνουν πως δεν αρκεί μόνο να απλώσουν τα χέρια; Μήπως συνειδητοποιούν πως δεν φτάνει να είναι μόνοι τους και πως θα χρειαστούν και την βοήθεια των άλλων για να ανέβουν; Το καταλαβαίνουν; Όχι. Το νιώθουν. Και τότε απογοητεύονται. Μένουν κάτω μόνοι τους να ονειρεύονται τον ουρανό. Και αυτό αρκεί;
…και μόνο το όνειρο κάποτε έχεις. Το είχε διαβάσει η Μαρία κρυφά σε ένα τετράδιο με ωραίο δέσιμο από σκληρό χαρτόνι, ντυμένο με ένα βυσσινί ύφασμα με μια λευκή ρήγα στο χρώμα κρέμας ζαχαροπλαστικής. Σε αυτό ο Παύλος μετά το πέσιμο από το δέντρο, μετά το τσάκισμα στο κλαδί, έγραφε κάποια ποιήματα, κάποιες σκέψεις έλεγε ο ίδιος ποιητικίζουσες, όταν έπιασε τη Μαρία με το τετράδιο στα χέρια μέσα στο δωμάτιό του. Έπεσε επάνω της και το βούτηξε, έγινε πόδι αετού, τα μάτια του αγρίεψαν.
«Δεν έχεις καμιά δουλειά να έρχεσαι εδώ και να ψάχνεις τα πράγματά μου» της φώναξε, κι ο τόνος της φωνής του άλλαξε απότομα, σαν να μην συνέβη τίποτα, σαν να ήτανε τώρα αυτός ο ένοχος, είπε με τον πιο ήρεμο τρόπο «κάποιες απλές σκέψεις είναι αυτά, κάποιες ποιητικίζουσες σκέψεις».
Το ναυάγιο όμως…η Μαρία πρόλαβε και είδε. Ένα σαπισμένο καράβι κοντά στην ακτή. Γεμάτο από θαλασσινό χορτάρι, κάποιες τρύπες σαν από κανόνι στα πλευρά του. Και το θαλασσινό χορτάρι ολοένα και μάκραινε, κι ήταν το ναυάγιο χαρούμενο παιδί σαν τα ρεύματα της θάλασσας το άγγιζαν με τη χτένα τους…
Μέσα στην αρθρίτιδα της σκουριάς παραδομένες σωληνώσεις, η ραχοκοκαλιά κάτω από τη σκουριά…το φαντάζεσαι το κόκαλο, τον άνθρωπο. Το ναυάγιο, με τις πεταλίδες του και τα άλλα όστρακα κολλημένα επάνω του, με την αράχνη ενός λευκού νυχτικού που απλωνόταν γύρω από το σκαρί, με τα ψάρια, που είναι μόνιμοι κάτοικοι και μαθαίνεις να τα αναγνωρίζεις, που θα μπορούσες να τους δώσεις κι όνομα ανθρώπινο αν δεν ήταν τόσο πολλά, τόσα πολλά χρόνια μέσα στο νερό.
Είναι ωραία αυτή η ζωή; Σάπιο καράβι. Οι μνήμες που ποτέ δεν παύουν να σε επισκέπτονται, τις ξεθολώνει το νερό, λάμπουν καθαρές μέσα στα μάτια. Μαζί με τα ψάρια, τα όστρακα, τα κοράλλια που πλουτίζουν τα κόκαλά, ένας ωραίος κόσμος, αλήθεια είναι ωραίος, δεν φεύγει κανείς από την ακτή, δεν βγαίνει κανείς από το νερό, δεν φεύγει.

Πιάσε με αν μπορείς
Το κεφάλι της Ελένης είχε πέσει, προσωρινά, είχε κοπεί, προσωρινά, πριν ριζώσει φλέβα στο λαιμό. Ένα χαμόγελο, ούτε τα μάτια του, ούτε τα μαλλιά του τα ασπρισμένα στους κροτάφους λίγο ακόμα. Ένα χαμόγελο, ο Παύλος ήθελε να πιστέψει πως είναι αληθινό, δεν εννοούσε κάτι άλλο το χαμόγελο, δεν έκρυβε κάποια αμηχανία, δεν ήταν μισό φεγγάρι, φλούδα φως στον μαύρο ουρανό.   
Σαν απλώθηκαν τα χείλη του κι άλλο, σαν γέμισε το χαμόγελό του από δόντια… μέσα από το ανοιχτό του στόμα χαμογελούσαν τα μάτια του τώρα, δεν μπορούσε  να κάνει τίποτε άλλο παρά να πιστέψει. Με τη βοήθεια μιας ανάμνησης, ήρθε απρόσκλητη, μέσα από το χαμόγελό του κι αυτή, τίποτα το συγκεκριμένο, τίποτα το σίγουρο, το βέβαιο, μια θολή εικόνα από τα παιδικά χρόνια που μπορεί και να μην υπήρξε.
Ο Παύλος να την κυνηγάει μέσα στο σπίτι, πάνω στο χαλί για να την πιάσει, να την  κυνηγάει με βήματα κάπως αργά, σαν να της άφηνε το περιθώριο να του ξεφύγει, σαν να γινόταν για μια στιγμή εκείνος γονιός, ο μεγάλος αδελφός που κάτι πρέπει να κάνει, να παίξει λίγο κι αυτός με τη Μαρία, με πιο πολύ ευθύνη, να παίξει κυρίως για τη Μαρία, όχι για το δικό του κέφι, όχι με ίσους όρους. Στο τέλος και οι δύο όμως ευτυχισμένοι, μέσα στο σπίτι ελεύθεροι χωρίς έννοιες, εκείνος λίγο παραπάνω τελικά γιατί μπορούσε να παριστάνει κι άλλους ρόλους, πάντως ήταν ελεύθεροι κι ευτυχισμένοι και οι δύο.
Όχι ήταν αληθινή η αίσθηση, υπήρξε. Κι η ανάμνηση, ακόμα και αν ήταν κατασκευασμένη, η αίσθηση μετράει, υπήρξε αυτός ο καιρός.

Μισή εξομολόγηση
Καθίσανε μαζί με τη Μαρία στο σαλόνι. Ο Παύλος κοίταξε για μια στιγμή το κάδρο με τη φωτογραφία των πεθαμένων γονιών τους πάνω στο μικρό τραπεζάκι, δίπλα στη φωτογραφία του Λεωνίδα. Είχε κι εκείνος την ίδια ασπρόμαυρη φωτογραφία από το γάμο των γονιών τους, στο σαλόνι, στην κουζίνα, στην κρεβατοκάμαρα, στο έπιπλο επάνω δίπλα από την τηλεόραση, δεν θυμόταν τώρα. Την κοιτούσε κάθε μέρα, το πρωί συχνά πριν πάει στη δουλειά του, κάποιες φορές το βράδυ λίγο πριν κοιμηθεί.
Άρχισε να περιεργάζεται τον χώρο, όπως κάνει κάποιος που μπαίνει για πρώτη φορά σε ξένο σπίτι. Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι προς τον διάδρομο που ήταν δεξιά και οδηγούσε στις κρεβατοκάμαρες. Γύρευε…τίποτα δεν γύρευε, δεν είχε περιέργεια, απλά σαν κάποιος ξένος ήθελε να τον μάθουν οι τοίχοι πρώτα του σπιτιού, τα κάδρα, το σπίτι πρώτα να τον μάθει.
Η Μαρία…δεν ενοχλήθηκε. Το αντίθετο μάλιστα. Ο Παύλος ήθελε να νιώσει άνετα. Κι αυτό ήταν κάτι που έκανε για πρώτη φορά. Όχι όπως άλλοτε, όχι όπως πάντα όταν ερχόταν σπίτι της: σοβαρός, ακίνητος με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα, καθόταν στον καναπέ, έλεγε δυο τρεις μετρημένες κουβέντες, κοπιαρισμένες από ταινία, από κάποιο βιβλίο. Αντίγραφα της πετούσε της Μαρίας, και όταν πια αισθανόταν ότι είχε κάνει το χρέος του, πως είχε δώσει το παρόν το συγγενικό, το αδελφικό, τότε απλά έφευγε, τα μάζευε και έφευγε τόσο γρήγορα, δεν τον προλαβαίνανε τα λόγια της Μαρίας, έφευγε με τρόπο που έδειχνε πως έπρεπε ήδη να έχει φύγει.
Σήμερα όμως…όχι σήμερα θα μιλούσε, λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία. Σήμερα την είχε ανάγκη, και δεν είναι ντροπή να την έχει ανάγκη, δεν αισθανόταν άσχημα γι’ αυτό, δεν την χρησιμοποιούσε την αδελφή του, δεν είχε σκοπό να εξιλεωθεί. Εκείνη…δεν γύρευε συγγνώμες εκείνη, εκείνη ήθελε να τη χρησιμοποιήσει ο Παύλος έστω και μια φορά, να της πει…
Για τη φωνή της είπε, πολύ ώρα της μίλησε για τον άνθρωπο που έφυγε από το σπίτι του, δεν γινόταν αλλιώς, όμως δεν μπορούσε να μείνει άλλο μακριά από τους δικού του. Είχε καταλάβει το λάθος του, μα δεν έβρισκε τρόπο, δεν ήξερε πώς να πάει, τι να πει με την φωνή σαν φλόγα από τζάκι.  
Ήταν αυτό το ταλέντο του είπε η Μαρία. Με τη φωνή του ίσως τα ζέσταινε όλα, τόσο απλά…όχι δεν ήταν τόσο απλά, ούτε για τη φωνή, ούτε για τον Παύλο. Η φωνή δεν είχε πρόσωπο, δεν είχε στόμα, μόνο ο Παύλος την άκουγε, μόνο ο Παύλος ήξερε, κανείς άλλος, ούτε η Μαρία, ποτέ δεν έμαθε, όχι δεν μπορούσε να της πει. Της είπε πως ήταν 35 χρονών, πως φαινόταν μικρότερος, το πολύ εικοσιπέντε, σαν φοιτητής, με πρόσωπο που ταίριαζε στην απαλή του φωνή, πρόσωπο με γραμμές ήσυχες, ήσυχα βουνά μακριά, μακριά πολύ πίσω από μια πηχτή ομίχλη, μακριά σαν σε κάδρο μέσα ο ουρανός γεμάτος σύννεφα ακίνητα, δεν κρύωνες, δεν άκουγες τις βροντές.
Μακριά έστεκες ζαλισμένος από την ησυχία, κοιτούσες και σε μαγνήτιζε τούτη η ησυχία. Να ήταν έτσι άραγε στην πραγματικότητα σκέφτηκε για μια στιγμή κι έπειτα…Άκουγε την Μαρία, την περισσότερη ώρα. Γι’ αυτό είχε έλθει σήμερα εδώ τελικά, για να ακούσει;

Ο ήχος του ονείρου
Άνοιξε την πόρτα του γραφείου με φόρα. Αυτή ήτανε ίσως η πιο ωραία στιγμή της ημέρας, όταν άνοιγε τούτη την πόρτα και ένας αέρας του ερχότανε στο πρόσωπο γεμάτος από χτυπήματα γραφομηχανής. Πάνω από εκατό γραφομηχανές παραταγμένες η μια δίπλα στην άλλη, δάχτυλα χτυπούσαν υποθέσεις, χτυπούσαν στίξεις, γράμματα και τόνους με δύναμη, λες και εκδικούνταν τους ανθρώπους που φανερώνονταν λίγο λίγο με τα γράμμα στο λευκό χαρτί, τους εκδικούνταν που τους ανάγκαζαν να περνάνε τη μισή τους μέρα πάνω από μια γραφομηχανή…κρεμασμένα χέρια, ωραία χέρια, νεανικά, μέσα στην αγκύλωση όμως και το αρθριτικό. Κάθε γραφομηχανή και υπάλληλος, όχι ανακατεμένοι,  χωρισμένοι σε δύο  στρατιές, οι γυναίκες αριστερά όπως μπαίνεις από την κεντρική πόρτα, με δεμένα τα μαλλιά οι περισσότερες, σαν παλιές μαθήτριες, και φορώντας ταγέρ, οι άνδρες δεξιά με κουστούμι μπλε σκούρο και γραβάτα σε σκούρο κόκκινο, κουστούμι δηλαδή πολύ επαγγελματικό, ουδέτερο που δεν σε άφηνε να καταλάβεις αν είναι ακριβό όσο και να πλησίαζες κοντά, όσο και να το φώναζε το ύφασμα, δεν το πρόσεχες. Ο Παύλος στη μέση της αίθουσας, πάνω – κάτω, ήταν ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, περνούσε συχνά από τους διαδρόμους να ακούσει τα κουμπιά των γραφομηχανών, αυτόν τον ήχο τον μπερδεμένο που όμως το αυτί του, τον σύναζε, τον τακτοποιούσε, του έδινε ρυθμό, τον έσωνε από το χάος. Άκουγε τα χτυπήματα και χαιρόταν, μια ικανοποίηση που του ξέφευγε με ένα ελαφρύ γνέψιμο του κεφαλιού, σούφρωνε τα χείλη και ήταν σαν να έλεγε από μέσα του, εν τάξει, όλα εν τάξει, αισθανόταν πως είχαν μπει τα πράγματα στη θέση τους, με κάθε χτύπημα πλήκτρου, όλα τα δάχτυλα, όλα τα χέρια, όλα τα πλήκτρα, μια συμφωνία με πολλούς ανθρώπους καλοπαιγμένη.  
Όταν δεν έκοβε βόλτες πάνω από τις γραφομηχανές, βρισκόταν στην αίθουσα συσκέψεων, εκεί περνούσε τις περισσότερες ώρες, μαζί με τα υψηλόβαθμα στελέχη, δαγκώνοντας το στυλό του καθώς τους άκουγε να μιλάνε. Σκυμμένος πάνω από κάτι σχέδια που του έδειχναν – τελικά στέλεχος πολυεθνικής επιχείρησης ήταν ή πολιτικός μηχανικός – τα κοιτούσε και έδινε οδηγίες, κουνούσε το κεφάλι του και συμφωνούσε, το ξανακουνούσε μαζί με τον δείχτη του δεξιού του χεριού και διαφωνούσε, ώσπου τελικά έπαιρνε μια μεγάλη ανάσα και στριφογυρίζοντας το στυλό στα δάχτυλά του, του  ερχότανε ιδέα. Μετά, έφευγε μετά. Πήγαινε στη μεγάλη αίθουσα με τους υπαλλήλους να ξεκουραστεί μες στο ρυθμό των γραφομηχανών, να χαθεί μέσα σε δάχτυλα που ανεβοκατεβαίνουν, μέσα σε ένα κύμα από πλήκτρα.

Αυτός είναι ο κόσμο σου
Άνοιξε την πόρτα του γραφείου του. Μια ζέστη τον χτύπησε στο πρόσωπο, από το καλοριφέρ, από την κλεισούρα, από τη θερμοκρασία που εξέπεμπαν σώματα των τεσσάρων υπαλλήλων που τον βοηθούσαν στις έρευνές του, από τη φλόγα, το καμίνι που λέγανε παλιά για τις χειρονακτικές όμως δουλείες, που είχαν τα πρόσωπά τους καθώς πληκτρολογούσαν στους υπολογιστές. Τους υπολογιστές βέβαια, οι γραφομηχανές, μαζί με τις κοτσίδες των κοριτσιών, τα κουστούμια των αγοριών, όλο αυτός ο νεαρόκοσμος που χτυπούσε πλήκτρα σαν να έπαιζε μουσική, οι γραφομηχανές, είχαν χαθεί μαζί με τη νύχτα, είχανε μείνει πίσω, στα σεντόνια του κρεβατιού του Παύλου στο σπίτι, κάπου μέσα στο κεφάλι του. Πόσες φορές αλήθεια είχε δει αυτό το όνειρο. Το μόνο που θυμόταν, το μόνο που σωνόταν κι έκανε παρέα μαζί με τα άλλα όνειρα τα μεταλλικά από τον ηλιακό θερμοσίφωνα του απέναντι κτηρίου. Και δεν το ερμήνευσε ποτέ τούτο το όνειρο, δεν μπήκε ποτέ στον κόπο. Άλλωστε του άρεσε, και αφού του άρεσε γιατί να ψάξει.
Σήμερα ένιωθε να τον έχει αρπάξει και τον ίδιο μια ζέστη. Ήτανε εξαιτίας της αδελφής του άραγε από τη χθεσινή νύχτα που την επισκέφτηκε, ήταν αυτά που της είπε, αυτά που άκουσε ίσως, ήταν η φωνή που του είχε ζητήσει τη βοήθεια του, ποιος ήχος…Υπήρχε διαφορά. Το καλημέρα του στα παιδιά του γραφείου ακούστηκε κάπως αλλιώτικο, πιο ανθρώπινο, το συζητήσανε κιόλας όταν μπήκε στο προσωπικό του γραφείο, όχι πολλές κουβέντες, μια – δυο φράσεις, συνοδεία για τα μάτια τους που ήτανε μέσα στην απορία, τα μάτια του κυρίως το συζητήσανε.

Η γυναίκα αυτή ξέρει
Έκατσε στην καρέκλα στο γραφείο του να σκεφτεί. Είχε και μια αυτοπεποίθηση κάπου πρόχειρη, μια αισιοδοξία πως η υπόθεση με τη φωνή, θα πήγαινε καλά. Είχε και μια στρατηγική, του τη σέρβιρε η αυτοπεποίθησή του, που στη δική του περίπτωση λειτούργησε αρκετά μαζεμένα, υπήρξε λογική.
Ναι δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Την πίστεψε τη φωνή, το πίστεψε όλο αυτό το νερό, όλα αυτά τα φύκια με τη γλίτσα που είχαν πιαστεί από τα μαλλιά του. Όμως τι έπρεπε να κάνει τώρα, να το πάει παραπέρα και να αρχίσει να πιστεύει σε μεταφυσικές και φαντάσματα; Όσο μπορούσε να σηκώσει η πραγματικότητα ήταν η εμπειρία που έζησε – η δική του πραγματικότητα ή του κόσμου, δεν το σκέφτηκε αυτό – και πολύ ήτανε δηλαδή. Οπότε ούτε φακίρηδες και γκουρού θα πήγαινε να συμβουλευτεί, ούτε σε τίποτα ξεχασμένους μύθους για αόρατους ανθρώπους θα έψαχνε να βρει πληροφορίες, ούτε τίποτα παράλληλα σύμπαντα ήταν όλα αυτά τα πράγματα, ούτε εξωγήινοι που μας επιτίθενται, ούτε τίποτα. Δεν θα πήγαινε λοιπόν σε βιβλιοθήκες να κοιτάξει, δεν θα έχανε το χρόνο με χαρτιά και μελάνια, παλιά μελάνια, γιατί ποιος ξέρει από πότε θα είναι γραμμένες κάτι τέτοιες ιστορίες με αόρατους ανθρώπους. Η λύση ήταν…μια λύση έβλεπε πως υπήρχε σε αυτήν την ιστορία. Είχε δέρμα απαλό, μαλλί όμορφο μακρύ, χέρια λεπτά, κινήσεις…γυναίκα, η γυναίκα του Νίκου. Θα πήγαινε να τη δει, να της μιλήσει, θα γινότανε το πρόσωπο που δεν είχε ο άντρας, θα προσπαθούσε να την κάνει να ανοιχτεί, να νιώσει κοντά του σαν να ήτανε εκείνος. Αυτή, αυτή θα τον φέρει πίσω μονολόγησε. Αυτή, αυτή μπορεί.

Εξακρίβωση στοιχείων
Δεν είχε όμως τα στοιχεία της, η φωνή δεν του είχε αφήσει ούτε τηλέφωνο επικοινωνίας ούτε τίποτα. Άσε που ο ίδιος ο Παύλος του είχε πει να τον πάρει σε μια εβδομάδα. Και τι θα έπρεπε να κάνει τώρα να περιμένει μια εβδομάδα; Και όσο θα περίμενε, τι θα έκανε θα έτρεχε πίσω από απατημένους συζύγους πάλι; Όχι δεν γινότανε αυτό. Από τη στιγμή που ο Παύλος άκουσε τη φωνή, από τη στιγμή που μίλησε μαζί της, δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω στη ρουτίνα. Και επιτέλους δεν ήθελε τώρα να κάνει πράγματα ταυτόχρονα. Ωραία είναι αυτή η τακτική, σκεφτόταν μέσα του, και αποδοτική επαγγελματικά και οικονομικά. Όχι όμως αυτή τη φορά. Μόνο η φωνή μετρούσε αυτή τη φορά, το πρόσωπο το αόρατο.
Δεν είχε παρά μόνο το όνομα και το επίθετό της, το επίθετο του άντρα της δηλαδή όχι το πατρικό της. Αριάδνη Δρακοπούλου, αν έψαχνε στον τηλεφωνικό κατάλογο, με το επίθετο και το όνομα το μικρό του άντρα της. Νίκος Δρακόπουλος λοιπόν με την ελπίδα βέβαια πως το τηλέφωνο δεν ήταν στο δικό της όνομα το πατρικό. Όμως…σαν ξανάπε μέσα  το όνομα, άρχισε να κάνει κάποια νερά η αισιοδοξία του. Νίκος Δρακόπουλος, ποιος ξέρει πόσοι θα  υπάρχουν σκέφτηκε.
Δεν έχασε χρόνο. Αμέσως μπήκε στο διαδίκτυο, στο τηλεφωνικό κατάλογο του ΟΤΕ. Φαντάσου να ήταν σε άλλη τηλεφωνική εταιρία. Δεν το σκέφτηκε αυτό ο Παύλος. Δεν πρόλαβε μάλλον, γιατί τον πρόλαβε το αποτέλεσμα, ογδόντα πέντε  Δρακόπουλοι και Νίκοι. Σούφρωσε λοιπόν τα χείλη του, όχι όμως γιατί όλα ήταν καλά, όπως έκανε στο όνειρο με τις γραφομηχανές, αλλά γιατί είπε από μέσα του φτου.
Σηκώθηκε για λίγο από την καρέκλα του γραφείου να βγει να πει στα παιδιά να μην τον ενοχλήσουν για το υπόλοιπο της ημέρας. Μετά γύρισε, σήκωσε το ακουστικό και άρχισε να τηλεφωνεί στους Δρακόπουλους που βρήκε στην περιοχή της Αττικής, σε όλης δυστυχώς της Αττικής, δεν έκανε εξαιρέσεις, αφού με την Αττική Οδό το να μένεις πια σε τίποτα Νέες Μάκρες και Ραφήνες, δεν είναι και μικρή πιθανότητα, μικρότερη είναι βέβαια από το να μένεις στην κυρίως Αθήνα, αλλά όμως καθόλου αμελητέα.
Η ώρα περνούσε και δεν είχε αποτέλεσμα κανένα. Κάποιοι του μίλησαν θυμωμένα, με εκνευρισμό γι’ αυτήν την Αριάδνη που ζητούσε, τους είχε κόψει από το ραχάτι, από κάποια δουλεία, ποιος ξέρει. Κάποιοι πολλοί λίγοι δεν το πολυκαταλαβαίνανε αυτό το Αριάδνη με την πρώτη φορά. Δεν τους του έλεγε όμως δεύτερη. Καταλάβαινε. Όχι αλλοδαποί, απλά αγραμματοσύνη. Και την οικογένεια της Αριάδνης, όποιος τέλος πάντων το σήκωνε το τηλέφωνο, η κόρη της, ίσως οι γονείς της, μόνο για αγράμματους δεν τους φανταζόταν.
Κάποιοι άλλοι πάλι, δύο ήτανε, τον έβρισαν, γιατί τους ζητούσε την κυρία Δρακοπούλου. Και ήταν αυτοί οι σύζυγοι όπως αποδεικνυόταν εκ των υστέρων από την οποία είχανε χωρίσει. Δεν προλάβαινε λοιπόν να φτάσει στο Αριάδνη, θύμωναν τόσο που τους τη θύμισε που τον έλουζαν με ακατονόμαστα κοσμητικά επίθετα.
Μετά από ένα τέτοιο βρίσιμο ήταν, μιλώντας και ο ίδιος κάπως επιθετικά, προστακτικά, που ζήτησε να μιλήσει με την Αριάδνη Δρακοπούλου και άκουσε στην άλλη άκρη του ακουστικού, «ναι η Αριάδνη είμαι».
«Είμαι η Αριάδνη», ακούστηκε ξανά, «πείτε μου τι θέλετε». Ήταν εκείνη, όμως εκκρεμούσε η επιβεβαίωση στο Δρακοπούλου και η γυναικεία φωνή, αυτή η πολύ ωραία θηλυκή φωνή που του συστήθηκε με το όνομα Αριάδνη δεν επιβεβαίωσε το επίθετο. Κι όμως αυτή πρέπει να είναι σκέφτηκε. Και δεν επέμεινε. Δεν ξαναρώτησε. Θα μπορούσε να το κάνει, ήταν το πιο λογικό. Κάτι όμως τον σταμάτησε από το αναφέρει το όνομα Δρακόπουλος και Νίκος. Στάθηκε στο δικό της όνομα, στο πόσο ωραία εκείνη το πρόφερε μαζί με τις άλλες τρεις λέξεις που το συνόδευσε, και της ζήτησε, το τόλμησε και όπου έβγαινε, να τη δει από κοντά, να της μιλήσει για μια υπόθεση που την αφορά. Να έρθετε του είπε η Αριάδνη χωρίς να ρωτήσει τι την ήθελε. Και ήταν η φωνή της τώρα κάπως βαριά και θλιμμένη και πιο ωραία ακόμα από πριν.  

Ο κόσμος των λουλουδιών
Του αρέσει του Παύλου η άνοιξη. Είναι η εποχή του, τα λουλούδια στα δέντρα, κάποια μοβ και λευκά ανθύλλια, το μοβ λέει, θάνατος και ανάσταση, το άσπρο λέει, αλλάζει το βάρος των άλλων χρωμάτων, της ζωής το βάρος, την κάνει πιο ανεχτή, πιο ανθρώπινη. Τα πηγαίνει καλά με τα λουλούδια, με τα ονόματά τους. Η γλώσσα των λουλουδιών σώνει πολλούς λέει. Μιμόζα, ορτανσία, μουσκάρι, βουκαμβίλια, ζουμπούλι, φορσύθια, ανθούριο, βιβούρνο, καμπανούλα, λεμονανθός, πορτοκαλανθός, πόσα ακόμα ονόματα. Έχει αποστηθίσει και παπαγαλίζει  ένα σωρό. Απαριθμώντας τα, σταματά ορισμένες φορές σε κάποιο που τον διεγείρει, όχι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, και τότε νιώθει να βρίσκεται σε έναν κόσμο αλλιώτικο, με ανθρώπους πιο ζωηρούς, πιο ωραίους, η υφή του δέρματός τους πιο λαμπερή, μαρμάρινη, γεμάτη σπίθες κάτω από το γυάλισμα. Ένας άλλος κόσμος ψεύτικος, που τον οδηγεί η γλώσσα τον λουλουδιών. Όμως ο Παύλος ήταν πάντα λαθρεπιβάτης στους κήπους, παρείσακτος. Η γλώσσα που ξέρει είναι ξένη. Και η ξένη γλώσσα κουράζει. Πόσο τελικά νιώθεται η ξένη γλώσσα. Γιατί ο Παύλος μπορεί να ξέρει από λουλούδια, όμως να τα αναγνωρίσει δεν ξέρει καθόλου, στα δέντρα, στο χώμα, στα παρτέρια των σπιτιών, στις αλάνες, όσες ακόμα υπάρχουν μέσα στην Αθήνα, στα ρέματα αυτής της πόλης. Ούτε καν τις ανεμώνες μπορεί να αναγνωρίσει, μόνο τα άνθη της αμυγδαλιάς, και πάλι όμως δεν είναι σίγουρος πάντα,  απλά έχει εμπιστοσύνη στο χειμώνα.

Από καλή γενιά
Πόσα δέντρα διαφορετικά, ανθισμένα, πόσα παρτέρια πολύχρωμα σε τούτη τη γειτονιά. Του ταιριάζει, σκέφτηκε, καθώς έφερε στο μυαλό του τη φωνή, σε εκείνη όμως ταιριάζει ακόμα πιο πολύ.
Πώς να ήταν άραγε, αναρωτήθηκε. Στην πραγματικότητα όμως αυτού που ρωτούσε τον εαυτό του ήταν αν είναι έτσι όπως την είχε σκεφτεί: νέα, γύρω στα τριάντα, μορφωμένη, όχι του πανεπιστημίου σώνει και καλά, μορφωμένη από καταγωγή, μια γυναίκα που να σου δίνει την αίσθηση του…γάλατος. Όχι το χρώμα στο δέρμα, αλλά η απαλή φωνή της, όπως την άκουσε στο τηλέφωνο, έκρυβε από κάτω μια ολόκληρη ιστορία, την ιστορία της οικογένειάς της, μιαν ζωή  μέσα σε μεγάλα σπίτια με ακριβά σαλόνια και βιβλιοθήκες γεμάτες κλασσικά βιβλία. Δεν τα άνοιγες. Δεν χρειαζότανε. Μόνο και μόνο που ζούσες σε ένα τέτοιο σπίτι, περιστοιχισμένος από τόσους κλασσικούς συγγραφείς, στο τέλος ήθελες, δεν ήθελες, ήξερες, είχες διδαχτεί. Και όσο πιο παλιά η οικογένεια, τόσο το καλύτερο. Οι προηγούμενες γενιές, αυτές διαβάζοντας από λίγο, μια ολόκληρη γνώση στο τέλος περνώντας σε σένα, σου αφήνει το… γάλα της. Στη φωνή, στο πως προφέρεις τα φωνήεντα και τους διφθόγγους, στην κίνηση του σώματος, στην κίνηση των χεριών, σαν καράβι από χαρτί που πλέει αργά στου αέρα το νερό. Να ήτανε λοιπόν έτσι εκείνη σκέφτηκε, με κάποια αγωνία καθώς πλησίαζε να χτυπήσει το κουδούνι του σπιτιού. Ένα σπίτι σε μια πολυκατοικία κοινή, όχι άσχημη, απλά αδιάφορη, ένα σπίτι μικροαστικό φαινότανε απ’ έξω, τίποτα το ιδιαίτερο δεν υποσχόταν, ούτε βιβλιοθήκες, ούτε σαλόνι ακριβό, όμως ο Παύλος δεν έχανε την ελπίδα του.

Η γυναίκα και το σπίτι
Ο καπνός μιας γυναικείας σιλουέτας. Μάντεψε την κίνηση, τα βήματα μέχρι να φτάσει στην πόρτα να ανοίξει. Αργή κίνηση, κάποιο φίδι, έβγαζε το κεφάλι, χανόταν, εκτελούσε πιστά τις νωχελικές του φιγούρες μέσα από τον καπνό. Και το δέρμα. Οι νεκροί ήταν θαμμένοι από κάτω, δεν  υπήρχε κάποια ρυτίδα. Αυτή η γυναίκα...δεν κραύγαζε για τις λύπες, για τις αποτυχίες, για τις αδικίες, αυτή η γυναίκα δεν έκλεγε στις κηδείες, δεν ξόδευε το γάλα της αυτή.
Είχε πέσει μέσα στις προβλέψεις του. Η φωνή της, ο ήχος πρώτα. Πιασμένος από δυο λέξεις και πάλι, ελατέ παρακαλώ μέσα, την ακολούθησε σαν υπνωτισμένος, το βήμα του ρυθμικό, στρατιωτικό, σαν να είχε ακούσει κάποιο παράγγελμα. Έκατσε στον καναπέ που του έδειξε, οι σκέψεις του χαμένες, έξω από τα ράφια, ατακτοποίητες, κοιτούσε με ένα χαμόγελο απουσίας.
Διακριτικά περιεργάστηκε τον χώρο. Τίποτα, καμιά βιβλιοθήκη. Άραγε να ήταν ο τελευταίος κρίκος από την οικογένειά της; Τις είχε τις γνώσεις μέσα της λοιπόν;
Έπιπλο ακριβό, κάποιο παλιό κομμάτι αντίκα που να έχει  ξεμείνει από τους γονείς της, δεν υπήρχε. Σαν το σπίτι η επίπλωση μικροαστική, η διακόσμηση πάνω στους τοίχους, οι δήθεν πίνακες με αυτές τις συνθέσεις που φωνάζουν δεν είμαι πίνακας, ντεκόρ είμαι, καλόγουστο ίσως αλλά ντεκόρ. Μόνο ο καναπές που καθόταν ήταν κάπως διαφορετικός, πήγαινε κάτι να πει, να κάνει κάποια δήλωση, κι αυτό όχι λόγω του σχεδίου ή του υλικού, ένας συνηθισμένος καναπές ήταν με κρυμμένα κάτω από το ύφασμα τα μπράτσα. Απλά το ύφασμα, ένα κάλυμμα παχύ, είχε ένα χρώμα μπλε σκούρο, πολύ σκούρο με κάποιες ίνες, κάποιες γραμμές κόκκινες να ξεπετάγονται που και που σε διάφορα σημεία. Το πρόσεχες αμέσως, αν είχες το θάρρος, αν ήσουν κάποιος φίλος, όταν το πρωτόβαλαν το κάλυμμα, σίγουρα η Αριάδνη θα άκουσε θετικά σχόλια. Όμως και πάλι ένα καναπές ήταν, έναν κάλυμμα δηλαδή, δεν έφτανε για να πεις πως αυτό το σπίτι, η διακόσμησή του έχει κάποια ταυτότητα.

Τρύπα στη φωτογραφία
Η Αριάδνη δεν έκατσε μαζί με τον Παύλο αμέσως. Ευγενικά του ζήτησε αν ήθελε να του πάει καφέ και χάθηκε για μερικά λεπτά στην κουζίνα. Τότε εκείνος, μαζεύοντας  τις σκέψεις του μια – μια, τακτοποιώντας καλά μες στα ράφια του μυαλού ό,τι κρεμόταν  απ΄ έξω, θυμήθηκε τον λόγο για τον οποίο είχε έλθει, δούλεψε μέσα του ο επαγγελματισμός, το σώμα του απέκτησε το σωστό βάρος και τα μάτια του, βασίλεψε όσο βασίλεψε η περιέργεια και η ρομαντική του διάθεση, τώρα ήταν η στιγμή της παρατήρησης.
Και κυρίως, πως και δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα, ήταν η στιγμή να δει πως είναι πραγματικά ο Νίκος. Δεν μπορεί, δεν γίνεται, ήταν σπίτι του, δεν γίνεται κάπου θα υπήρχαν φωτογραφίες.
Σηκώθηκε όρθιος να κοιτάξει μιας και το τραπεζάκι απέναντι από τον  καναπέ που καθόταν, φωτογραφίες δεν είχε. Να ψάξει έπρεπε, όμως δεν χρειάστηκε πολύ. Μικρό το σπίτι, τα πειστήρια πολύ σύντομα βρέθηκαν. Φωτογραφίες, πάνω σε έναν μεγάλο καθρέφτη που κρεμόταν από τον τοίχο στο σαλόνι. Πλησίασε, όμως ο Νίκος…όχι δεν υπήρχε αυτός πουθενά. Η Αριάδνη μόνο και η Αλίκη.
Στο μαιευτήριο, μόλις είχε γεννήσει, με την κούραση στα δόντια μέσα να τη δαγκώνει, να την κρύβει όσο γινόταν, να μην αφήσει την περηφάνια της στιγμή να λυγίσει, ούτε από χαρά. Στο καλάθι των χεριών της μέσα η Αλίκη, μελανιασμένη ακόμα από την πάλη στην κοιλιά, το πρόσωπό της ίδιο με όλα τα νεογέννητα.
Σε μια παιχνιδούπολη, μάλλον στον Παρίσι στην Disneyland, μπροστά από κάτι ξύλινα λευκά σπίτια με αψίδες, επιφάνειες που ανεβοκατεβαίνανε, κουρμπαριστές, μπακλαβωτές. Η Αριάδνη, ξανθά μαλλιά, φορούσε ένα θαλασσί πουκάμισο και γυαλιά ηλίου σε βυσσινί χρώμα. Μια φωτογραφία γεμάτη αέρα ήταν, πραγματικό στιγμιότυπο, από τύχη, αυτός που την τράβηξε, τον αέρα αιχμαλωτίζοντας πάνω στις ξανθές ανταύγειες της Αριάδνης, στο πρόσωπο της που μάκραινε, εύπλαστο φαινόταν σαν λιωμένο σίδερο, θα μπορούσε κάποιος να φτιάξει με αυτό ό,τι θέλει. Η Αλίκη δίπλα της, χαμόγελο αληθινό, του παρόντος χρόνου, εκείνης της στιγμής, παιδικό χαμόγελο χωρίς χθες ούτε αύριο. Εκείνη όμως πνιγόταν σε στάσιμα νερά, με την κίνηση του αέρα, τα νερά δεν κουνήθηκαν, είχαν βάρος, πολύ βάρος, φάνηκε.  
Σε κάποια γενέθλια της Αλίκης, μετά από μερικά χρόνια, μέσα στο ίδιο το σπίτι που βρισκόταν τώρα και αυτός, δεν άλλαξε καθόλου, η ίδια διακόσμηση. Η Αριάδνη ντυμένη με ένα άσπρο πουκάμισο, στο λαιμό κάποιο φουλάρι. Το φως, το ψεύτικο φως του φλας…δυνατό πάνω στο γάλα του δέρματός της, έλαμπε τόσο πολύ το δέρμα της, ακτίνες ξέφευγαν δεξιά και αριστερά, λοξοδρομούσαν, ανέβαιναν, σαν να έψαχναν να γυρίσουν πίσω στο άστρο.
Κι άλλες φωτογραφίες πολλές πάνω στον καθρέφτη, όλες με την Αριάδνη και την Αλίκη, όλες εκτός από μια. Στη γωνία πάνω δεξιά, η Αριάδνη μόνη της, πολύ νέα, ίσως ακόμα μαθήτρια στο λύκειο, καμία επιτήδευση, δεν της χρειαζόταν επιτήδευση, το ήξερε άραγε ή μήπως ήταν η έχθρα που έχει κανείς σε αυτήν την ηλικία για λεπτομέρειες, η φυσική ροπή για ελευθερία, που δεν δηλώνει τίποτα, καμιά στάση ζωής, δεν πατάει πουθενά, σε καμιά ιδεολογία, δεν τα προλαβαίνει άλλωστε τα νιάτα η ιδεολογία, απλώς τα ακολουθεί.  
Σε έναν λόφο επάνω ήταν, μάλλον στην Αττική, μερικά πεύκα εδώ κι εκεί, ένας γαλάζιος ουρανός με λίγα σύννεφα απλώνονταν μπροστά, από κάτω πολυκατοικίες που είχαν μικρύνει πολύ, είχαν χάσει τα χρώματά τους, κάτι λευκό μόνο φαινόταν μέσα από τα σύννεφα, κάποια σημάδια λευκά. Ευτυχισμένη, είναι βαρύ να το πεις, καλοδιάθετη, είναι λίγο Όχι όμως μόνη, δηλαδή, ναι στη φωτογραφία δεν υπήρχε κανένας μαζί της, κι όμως από το γέλιο της, από τη στάση του σώμα της, από τη σιγουριά των χεριών της που τα είχε αφήσει ελευθέρα να κυματίζουν, σαν φτερά που ήθελαν να σηκωθούν, να τη σηκώσουν ψηλά να πετάξει…μια σιγουριά όχι βόλεμα, μια σιγουριά ένιωθε…τούτη τη στιγμή, όλος ο κόσμος κάτω από τα πόδια της, μικρές πολυκατοικίες, φωλιές που ξεπετάγονταν από το χώμα. Ερωτευμένη, ναι ήταν ερωτευμένη, και ήταν οι πρώτες μέρες, ο πρώτος καιρός ο αχώριστος, ο άχρονος, ο παντοτινός. Δίπλα της, ναι, ήταν δίπλα της εκείνος, δεν γίνεται, δεν μπορεί, τη ζούσε η Αριάδνη εκείνη τη στιγμή τόσο πολύ, δεν μπορεί αυτή η φωτογραφία ήταν οφθαλμαπάτη.
Τότε ξαφνικά…σκέφτηκε, έκανε κι ένα βήμα πίσω να μπορεί να βλέπει καλά όλον τον καθρέφτη. Σκανάρισε με τα μάτια του τις φωτογραφίες που είχε νωρίτερα δει. Μετά πλησίασε κοντά και τις ξαναείδε μία – μια, είδε…το κενό. Αισθάνθηκε, κατάλαβε. Ήταν…δεν γίνεται, σίγουρα πρέπει να ήταν εκεί αυτός. Στα γενέθλια της Αλίκης, στην Disneyland, στο μαιευτήριο.  
Στο μαιευτήριο. Η Αριάδνη καθόταν πλάγια στο κρεβάτι σε όρθια στάση, ένας χώρος άδειος δίπλα της, ίσα – ίσα για ένα ανθρώπινο σώμα. Ο Νίκος…σαν να είχε μείνει μόνο ο αέρας του, η ζέστη των χεριών του, το άγγιγμα του. Εκείνη…λυγισμένο κάπως το σώμα της προς την πλευρά την άδεια, το πρόσωπό της πάντα περήφανο να μη φανεί η κούρασή της, φωτισμένο από κάποιο βλέμμα αόρατο. Και τα μάτια της, αυτή η νυσταγμένη ησυχία, η ασφάλεια αυτή, σε συνδυασμό με την κυρτή στάση του σώματός της, σαν να ακουμπούσε κάπου. Το κενό, αυτό το κενό της φωτογραφίας έκρυβε μια παρουσία.   
Και στην παιχνιδούπολη στο Παρίσι. Το χέρι της δεξιά…αυτό, αυτό πρόσεξε τώρα. Χωρίς σφυγμό έμοιαζε, χωρίς φλέβες, ακίνητο χέρι πέτρινο, ένα σύνορο μοναξιάς πίσω από την πέτρα, μια μόνωση, άγγιζε με το κρύο του κάποιον που στεκόταν δίπλα της, τον έσπρωχνε, τον έδιωχνε.  
Τη φωτογραφία από το γενέθλια. Μια άλλη σε θάλασσα από τις πρώτες τους διακοπές μαζί με την Αλίκη. Μια ακόμα πάλι από διακοπές με το σεληνιακό τοπίο της Μύλου, με την Αλίκη μεγαλύτερη τώρα. Παντού υπήρχε αυτό το κενό, αυτή η άδεια θέση, λες και κάποιος είχε σβήσει με ένα σφουγγάρι την εικόνα του Νίκου από τις φωτογραφίες, λες και είχε βάλει κάποιο κουταλάκι και τον είχε πάρει τον Νίκο, τον είχε αδειάσει κάπου έξω, μακριά από τούτες τις ακίνητες μνήμες.

Περιπέτεια στην άδεια πόλη
Ο Παύλος. Η ψυχραιμία του, ο επαγγελματισμός του. Τα έχασε. Από μέσα από την κουζίνα άκουγε τον ήχο από τα φλιτζάνια που ακουμπούσαν μεταξύ τους, από τα κουτάλια που ανακάτευαν τη ζάχαρη με τον καφέ. Και τα βήματα. Η Αριάδνη. Πλησίαζε. Όμως εκείνος, παραδομένος σε έναν πανικό που είχε ανοίξει τρύπα στο μυαλό του και έκανε όλες τις τακτοποιημένες του σκέψεις να χυθούν, άδειος από λογική, γυμνός δηλαδή, δεν το σχεδίασε, δεν κατάλαβε για πότε έτρεξε τόσο γρήγορα, για πότε βγήκε έξω από το σπίτι. Τρέχοντας συνέχεια σαν κάποιος να τον κυνηγάει, τα μάτια του καρφωμένα στο πεζοδρόμιο, σαν κάποιο ηλεκτρονικό παιχνίδι, τα ίχνη από τα παπούτσια μόνα τους πάνω στις πλάκες και η οθόνη…κατεβαίνει η οθόνη, κατεβαίνει κι άλλο, αλλά ο Παύλος δεν φτάνει, η εικόνα δεν αλλάζει.    
Σταμάτησε κάποια στιγμή, έβγαλε κι από μέσα την ανάσα που κρατούσε και τον έπνιγε. Όμως δεν πρόλαβε να νιώσει λίγη ανακούφιση. Όταν έπεσε και η τελευταία σταγόνα ιδρώτα από το μέτωπό του, σήκωσε το κεφάλι και διέκρινε …νύχτα, ήταν, όχι δεν ήταν τώρα στη περιοχή που έμενε η Αριάδνη με τον Νίκο, ήταν στην Αθήνα στο κέντρο, στην Πατησίων κάπου. Ήταν μόνος του, μόνος του τελείως, δεν υπήρχε κανένας μαζί του στο πεζοδρόμιο, κανένα αυτοκίνητο στο δρόμο, μόνο αέρας, ένας αέρας δυνατός, έφερνε στα αυτιά του ένα ήχο από ερπύστριες και κάθε λογής μέταλλο τσαλακωμένο, κάθε λογής ράγισμα, από πόρτες ξεχαρβαλωμένες σιδερένιες, μέσα από τη σκουριά, από κλειδαριές που έμεναν μόνες τους χωρίς κλειδιά, κανένας άνθρωπος δεν ερχότανε να ανοίξει, κανένας δεν ήταν μέσα, δεν έβγαινε, μόνο κάποιο ουρλιαχτό, τροχισμένο κι αυτό πάνω σε σίδερο, συριστικό, ανακατεμένο μαζί με τα άλλα μέταλλα που του τρυπούσαν τα αυτιά, μια καμπάνα μέσα στο κεφάλι του, έκανε και ίδιος ρωγμή, άνοιξε το δέρμα του από τη δόνηση.  
Ένας ήχος μπερδεμένος, μεταλλικός…σταμάτησε, απότομα, σταμάτησε ο αέρας που έτρεχε πάνω στο πρόσωπο και στα μαλλιά του  Παύλου. Η σιγή του ουρανού και το βάρος πριν από το…χιόνι, χιόνι έπεφτε τώρα. Και ήταν ζεστό αυτό το χιόνι, βαμβάκι με λίγο ιώδιο πάνω στη ρωγμή που είχε ανοίξει το δέρμα του Παύλου. Μικρές νιφάδες που όσο περνούσε η ώρα άρχισαν να μεγαλώνουν, να πλαταίνουν, να γίνονται…χαρτιά λευκά, δεν ήταν άδεια, δεν υπήρχε γιορτή, δεν υπήρχε πανηγύρι, δεν υπήρχε διαδήλωση. Μουτζουρωμένα ήτανε χαρτιά γεμάτα μελάνι. Η πρώτη λέξη: αγάπη μου, αγαπημένε μου, παιδί μου, κόρη μου…Το τέλος: να με σκέφτεσαι, να με θυμάσαι, θα σε θυμάμαι, θα είμαι πάντα εδώ, θα σε περιμένω, μη φοβάσαι, θα είμαι κοντά σου, έλα κοντά μου.
Κι ύστερα, μετά από λίγο, η ρωγμή…επέστρεψε. Ένας ήχος από γυαλιά αυτή τη φορά τρυπούσε τα αυτιά του Παύλου, το χιόνι που έπεσε…κρύσταλλα, κορνίζες μέσα σε πλαίσια ασημένια, μπρούτζινα, χρυσά. Ρωγμές πολλές στα τζάμια πάνω από τις κορνίζες, στα αυτιά του Παύλου μέσα κάτι σαν κροτάλισμα, σαν κάποιος να τα μασούσε αυτά τα γυαλιά, κάποιος με το στομάχι γεμάτο τρύπες, με το αίμα να έχει ανεβεί και να τρέχει από το κομμένο, το ρημαγμένο του στόμα, σχισμένο στόμα σε χίλια σημεία, άραφτο, φώναζε, σφάδαζε από τον πόνο.  
Το κύμα αυτού του ήχου. Όχι τα κύματα. Όσο περνούσε η ώρα πλήθαιναν τα στόματα που φώναζαν, στα αυτιά του Παύλου μέσα θρύβονταν χιλιάδες φωνές, σπούσαν σαν την άχνη στο πλακάκι χιλιάδες κρύσταλλα. Κάτω από τις κορνίζες…εκείνοι, αμέτρητοι, σε βαφτίσεις με τα μωρά να κλαίνε, σε αποφοιτήσεις από το πανεπιστήμιο, στην αγκαλιά της μητέρας και του πατέρα με κάποιο κλάμα χαράς να υπονοείται από τη γυαλάδα των ματιών, σε παραλίες, κάποια ζευγάρια σε παρέες, στην αγκαλιά ο ένας του άλλου τραγουδούσαν με τη συνοδεία κάποιας κιθάρας, στο αεροδρόμιο πριν το μεγάλο ταξίδι στην ξένη χώρα, με το τύμπανο του φόβου ότι μπορεί να είναι και για πάντα να χτυπάει δυνατά στη καρδιά αυτών που μένουν. Σε έναν γάμο, οι φωνές των καλεσμένων στην αίθουσα δεξιώσεων, η λαχτάρα στα χείλη του στολισμένου κοριτσιού να μην ξεκρεμάσει τίποτα ο χρόνος από τα πέπλα του. Σε κάποια κηδεία, το δάκρυ που δεν στεγνώνει, αυτό το ένα που επιμένει σαν περνούν τα χρόνια, σταγόνα – σταγόνα γεμίζει μια ολόκληρη θάλασσα. Στην θάλασσα, σε κάποιο λιμάνι σε ένα σημείο κάπως απόμερο, ένα κορίτσι που έκανε εντύπωση σε έναν περαστικό και το φωτογράφισε που κοίταζε τον ορίζοντα όμως δεν ήξερε, δεν ξέρει αυτός πως ήταν κι εχθές εδώ, και προχθές, και πριν πέντε χρόνια,  είναι εδώ συνέχεια και περιμένει, περιμένει, περιμένει, ο βουβός ήχος αυτής της αναμονής, ο αβάσταχτος.
Τόσες πολλές φωνές αλήθεια, τόσες πολλές αξίνες και κοντάρια στραμμένα προς το μέρος του. Ο στόχος τους το μυαλό του, να χωρέσουν όλες αυτές οι φωνές στο μυαλό του, με τα σουβλερά κοντάρια που τον κυνηγούσαν. Κι εκείνος…να τρέχει ακόμα μια φορά, να προσπαθεί να ξεφύγει από τα σπασμένα κρύσταλλα που όμως είχαν τον ουρανό με το μέρος τους, είχαν το χιόνι με το μέρος τους, όπου και να έπεφτε μια καινούργια ρωγμή, μια καινούργια κορνίζα στον πάγο, πατούσε επάνω στο γυαλί, έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε να ξεφύγει, να γλιτώσει, να μην ακούει πια.
 
Έφτασε στην πλατεία Ομονοίας, μπροστά από το δρόμο της θεάς…Ήταν πια μόνος του, μια υγρασία έβλεπε τώρα να απλώνεται στο δρόμο κάτω από τα πόδια του από το χιόνι που έλιωνε. Μόνος του σε μια πόλη άδεια από ανθρώπους, σε μια πόλη…
Τώρα μπόρεσε να δει, να προσέξει…τα φώτα, σβησμένα στους δρόμους όλα, όμως μέσα από τα παράθυρα των σπιτιών και των γραφείων, μέσα από τις πολυκατοικίες τις άσχημες, από τα μισογκρεμισμένα, από τα σαραβαλιασμένα νεοκλασικά, στην πλατεία επάνω, στο δρόμο της θέας που περπατούσε τώρα με βήμα αργό…τα φώτα ήταν όλα αναμμένα, και τα παράθυρα, τα παντζούρια, οι μπαλκονόπορτες, οι τζαμαρίες, ήταν όλα ανοιχτά. Ανοιχτά με κάποια κλίση, έτοιμα να κοπούν, να πέσουν κάτω παραγινωμένα φρούτα.    
Δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι τούτη την ώρα, δεν είχε προλάβει να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά και τότε…είδε, μια ανακούφιση μεγάλη που…όχι δεν ήταν τελικά μόνος, δεν είχε μείνει μόνος ύστερα από την καταστροφή, από το κύμα το παλιρροϊκό, από τον κατακλυσμό, απ’ ό,τι τέλος πάντων είχε σαρώσει αυτήν την πόλη και της είχε κλέψει τους ανθρώπους, την είχε βυθίσει σε μια βαριά, σε μια αβάσταχτη, πνιγερή υγρασία που την έβλεπε τώρα καθαρά. Στο δρόμο, να σπάει το φεγγάρι σε αμέτρητες εικόνες μες σε μικρές λίμνες, σε ποτάμια μέσα όσο η γραμμή του νερού που σέρνει το δάχτυλο. Στα πεζοδρομία, στις πλάκες ανάμεσα στις σχισμές. Στους τοίχους των πολυκατοικιών, με τα μαυρισμένα σύννεφα που είχαν κολλήσει επάνω τους και έτρωγαν λίγο – λίγο το τσιμέντο και τη μπογιά. 
Ο Παύλος…κάτω από μια κάμαρα μεγάλη που βαστούσαν πολλές κολώνες, στην άκρη στην τελευταία κολώνα, μέσα στη νύχτα σκιά, μες στη σκιά νύχτα. Διέκρινε κάποια κίνηση, κάτι που κρεμόταν, τα λουριά μιας μικρής τσάντας σε κάποιον ώμο. Πλησίασε, η κίνηση μεγάλωσε, η σκιά έσπασε στα δύο, ξεχώρισε. Πλησίασε κι άλλο, με χαρά, με ανυπομονησία, θα μιλούσε πια, θα άκουγε τώρα.  
Όταν έφτασε δίπλα τους…είδε, δύο γυναίκες, επιβεβαίωσε. Η μια με μαλλί ξανθό ατίθασο, στάχυα κοντά κουρεμένα, κάποια πολύ λίγα ξέφευγαν και προχωρούσανε χαμηλά ως το ταφ του μετώπου πάνω από τα μάτια. Νέα, ψυχή γεμάτη γέλιο πρόδιδαν τα χαρακτηριστικά της: στόμα κάπως μεγάλο, μύτη ίσια και μακριά σαν χάρακας, μάτια κουμπιά που έγερναν προς τα κάτω σαν από παλτό μοντγκόμερι. Κι ήταν στο τέλος, αφού είχε φτιαχτεί το υπόλοιπο πρόσωπο, τότε πρέπει να είχανε μπει τα μάτια της, μεγάλα, ανάγλυφα, κουμπιά αλήθεια ραμμένα όμως στραβά, τόσο εύκολα, τόσο πολύ εύκολα θα μπορούσες να τα βγάλεις, αυτό το νέο κορίτσι…πρέπει να φοβόταν πολύ για τα μάτια του αυτό το κορίτσι, τους άλλους ανθρώπους που την πλησιάζανε, όμως και τον εαυτό της τον ίδιο, μια στιγμή σε μιαν απόγνωση πάνω, τα μάτια της ήταν πολύ εκτεθειμένα.
Δίπλα της στεκόταν η άλλη. Νέα κι εκείνη, κι όμορφη, όμορφη πολύ, έδειχνε τόσο μικρή κι όμως σαν να ντρεπότανε γι’ αυτό, σαν να έπρεπε να κρυφτεί αλλιώς δεν θα την έπαιρναν στα σοβαρά. Καλυμμένο όλο της το πρόσωπο από έντονο μέικ απ, πιο πολύ στα ζυγωματικά, εκεί γινόταν όλο το καμουφλάζ, εκεί είχε πέσει όλο το βάρος της σοβαρότητας. Έπρεπε να πείσουν αυτά τα ηλιοβασιλέματα στα μάγουλα, να κάψουνε, να τη στεγνώσουν την υγρασία της ηλικίας, να κρύψουν τους κοριτσίστικους τρόπους της. Κάτω απ’ τα δυο μάτια γεμάτα θάλασσα, γεμάτα παφλασμούς. Έπρεπε, γυναίκα ήταν αυτή, σοβαρή ήταν, επαγγελματίας σωστή, όχι κοριτσάκι.
Ο Παύλος…τώρα που είχε πλησιάσει κι άλλο κατάλαβε, πρόσεξε. Και δεν μίλησε, δεν κουνήθηκε, δεν έτριξε το δέρμα καθώς έστριβε το ένα δάχτυλο πάνω στο άλλο, δεν άνοιξαν οι κόρες των ματιών του από την έκπληξη. Δεν ήταν όμως ο μόνος που πρόσεξε.
«Και τι περίμενες δηλαδή», είπε το κορίτσι με το μεγάλο γέλιο. «Να συναντήσεις τίποτα αρσακειάδες τέτοια ώρα εδώ;».
«Εγώ δεν, δεν…» ψιθύρισε ο Παύλος αμήχανα χωρίς να καταφέρει να ολοκληρώσει τη φράση του.
«Άκουσε να δεις» του είπε με μεγάλη σιγουριά το γελαστό κορίτσι. «Εδώ είναι οι Θερμοπύλες. Ναι καλά άκουσες, μη στραβώνεις τη μουτσούνα σου. Θερμοπύλες είναι εδώ, μόνο που δεν φυλάμε όπως εκείνοι οι Σπαρτιάτες το στενό από τους Πέρσες. Φυλάμε την αγορά εμείς. Ναι την αγορά. Γιατί μπορεί να μην έμεινε ψυχή σε αυτήν την πόλη, μπορεί να ρημάξανε όλα, μπορεί να μας πήρε και να μας σήκωσε, όμως η αγορά πάντα θα πρέπει να είναι ανοιχτή. Μετά από σεισμούς, από λιμούς, από καταποντισμούς, πρέπει να μπορούμε να ελπίζουμε μετά. Και η ελπίδα, δεν θα την βρεις πουθενά αλλού παρά μόνο στην αγορά. Όταν ξέρεις πως η αγορά είναι ανοιχτή, τότε, τότε μόνο μπορείς να δεις μέλλον. Τότε μόνο η πόλη είναι ζωντανή, τότε μπορείς να νιώσεις κάποια αισιοδοξία, να πεις μέσα σου, μπορώ κι εγώ τώρα να τα καταφέρω να σταθώ πάλι στα πόδια μου».
«Και ποιος θα έλθει τώρα να αγοράσει από εσάς» ρώτησε ο Παύλος με μια διάθεση ζεστή που τον έσπρωχνε να μπει σε αυτήν την παράξενη συζήτηση. «Δεν υπάρχει πια κανείς σε αυτήν την πόλη, μόνες σας έχετε μείνει από ό,τι έχω καταλάβει».
«Εμείς είμαστε το νόμισμα του έρωτα. Γιατί τον έρωτα πρέπει πάντα να τον πληρώνεις. Μπορεί να σου φαίνεται κλισέ όλο αυτό, αλλά ο έρωτας κουβαλάει τη μνήμη όλων των αγορών του κόσμου όλων των εποχών. Γι’ αυτό κι εμείς ξεμείναμε εδώ. Ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανείς το νόμισμα πρέπει να κυκλοφορεί, η ανταλλαγή πρέπει να γίνεται».
Τα μάτια του Παύλου καθώς μιλούσε το γελαστό κορίτσι γλίστρησαν πάνω στην άλλη κοπέλα που στεκόταν δίπλα της και δεν μιλούσε καθόλου, δεν είχε βγάλει άχνα όλη αυτήν την ώρα.
«Σου αρέσει, έτσι, ρώτησε το γελαστό κορίτσι», με τρόπο που έδειχνε πως δεν περίμενε απάντηση. «Κι όμως εγώ έχω τους διπλούς πελάτες από δαύτη. Εγώ έχω χαρακτήρα, κίνηση, έχω μέλι στη γλώσσα. Σε μένα έρχονται όλοι, από τότε που υπήρχε πολύς κόσμος, πολύ ζωή εδώ. Αλλά εσύ όμως είσαι από τους άλλους, τους λίγους. Και δεν είναι η ομορφιά της που σε τραβάει, μη γελιέσαι. Δεν είναι που είναι ο τύπος σου εμφανισιακώς που λένε, απλά εσύ με αυτήν ταιριάζεις, το μέταλλο το δικό σου και το δικό της κάνουν ήχο ωραίο.  
«Σίγουρα εσύ σκέφτεσαι μέσα σου τώρα, το καημένο το κορίτσι, τόσο όμορφο, πως βρέθηκε εδώ να πουλάει το σώμα της. Γιατί δεν πιάστηκε από αυτή την ομορφιά, από αυτήν την σιγουριά, να νιώσει μέσα της δύναμη, να νιώσει ώθηση, να ανεβεί, να ανεβεί ψηλά, εκεί που ανήκει, δίπλα στον ήλιο, πάνω στο φεγγάρι χωρίς βαρύτητα σταγόνα ασημένια.
»Γιατί βλέπεις το έχεις το ρομαντικό, κρα κάνεις από τη φάτσα σου από τα μάτια σου τα βυθισμένα, μονίμως μέσα στο κεφάλι σου, στο μυαλό σου μέσα, στους κόσμους τους ψεύτικους που φτιάχνεις για να αντέχεις. Αλλά μη σε νοιάζει ίδιοι είστε. Κάποιο «γιατί υπάρχει τώρα και σε αυτηνής της γλώσσα από κάτω, απλά ντρέπεται να το πει. Πως βρέθηκε εδώ ανάμεσα μας, κάποιος σαν κι εσένα σκέφτεται τώρα αυτή. Ίδιοι είστε πραγματικά, φτυστοί.
»Έλα πάρτη τώρα και πηγαίντε. Έλα που σου λέω μην ντρέπεσαι. Δεν το βλέπεις στα μάτια της πόσο σε θέλει. Πηγαίντε λοιπόν».

Όταν ξύπνησε
Όταν ξύπνησε χίλια τύμπανα χτυπούσαν μέσα στο κεφάλι του και τον έκαναν να πονάει. Όμως από αυτά που έγιναν εχθές τίποτα δεν είχε σβήσει, τα θυμόταν όλα. Τη συνάντηση που είχε με την Αριάδνη που δεν πέτυχε, αφού είχε φύγει τρέχοντας από το σπίτι της, είχε ρεζιλευτεί για τα καλά. Την άδεια από ανθρώπους πόλη με τις φωνές που είχαν μείνει πίσω και έτρεχαν να τον φτάσουν, να τρυπώσουν στο μυαλό του. Τις δύο κοπέλες που μίλησε, τις μόνες πραγματικά ζωντανές, με σάρκα αληθινή που υπήρχαν στην άδεια πόλη.
Όταν ξύπνησε τα θυμόταν όλα αυτά, όχι όμως και το όνομα από εκείνο το όμορφο κορίτσι που πλάγιασε μαζί του, όχι αν την είχε ρωτήσει καν πως λέγεται, όχι τις ερωτικές  τους στιγμές, τις ώρες που πρέπει να είχαν περάσει ο ένας μέσα στη αγκαλιά του άλλου.
Όταν ξύπνησε ήταν πια μες στο σπίτι του, η ώρα ήταν 7:00 το πρωί, τα τύμπανα στο κεφάλι του βαρούσαν ανελέητα. Η εβδομάδα ήταν καινούργια, το έδειχνε και η οθόνη στο ηλεκτρικό ξυπνητήρι που είχε πάνω στο κομοδίνο, έγραφε Δευτέρα. Σιγά – σιγά ξεκίνησε να σηκώνεται από το κρεβάτι για να ετοιμαστεί να πάει στη δουλειά.  Όμως καθώς ντυνόταν, αφήνοντας το μυαλό να χαθεί στις σκέψεις της χθεσινής ημέρα, ένιωσε για μια στιγμή πως…τίποτα, για τίποτα απολύτως δεν ήταν σίγουρος. Δεν ήξερε καν αν υπήρξε στα αληθινά η χθεσινή μέρη ή αν την είχε δει απλά στον ύπνο του, δεν μπορούσε καθόλου να είναι βέβαιος. Αυτά έγιναν όταν ξύπνησε.

Μια παράσταση με πολλούς θεατές
Το δρομολόγιο, μια ρουτίνα, βαρετό. Κάθε μέρα στις 7:45 το πρωί είναι στη στάση  και περιμένει το λεωφορείο. Θα μπορούσε να πηγαίνει στη δουλειά με το αυτοκίνητο όμως δεν θέλει. Προτιμά να είναι στο λεωφορείο, στο μετρό μετά, να στέκεται όρθιος, στριμωγμένος ανάμεσα σε ανθρώπους, με την αγωνία στο βλέμμα να βρει…μια γωνιά, ένα μέρος να βολευτεί, να βολέψει τις σκέψεις του, ακίνητος, μπροστά από τόσους ανθρώπους, να τους κλέψει τις ιστορίες τους από το στόμα τους όπως το συνηθίζει ή να κουλουριαστεί μες στη μοναξιά του, χαμένος μες στις εικόνες της φαντασίας του, ανάμεσα στα πλήθη, χωρίς καμία ευθύνη, ανάμεσα στα πλήθη, αυτή είναι η προϋπόθεση, αλλιώς…
Αλήθεια, δεν γίνεται να δώσει αλλιώς παράσταση ο κρυμμένος μέσα του ηθοποιός, δεν έχει την ευκαιρία να πατήσει στο μυαλό του το print screen, να σύρει μετά τα πρόσωπα των ανθρώπων στον πρόγραμμα των φωτογραφιών, να τα επεξεργαστεί, να τα γυρίσει προς το μέρος του, να νιώσει τον θαυμασμό τους, την αποδοχή τους σαν…
Ναι δικαιώνεται, ξεκομμένος από όλους τους, εργαζόμενος πάνω σε κάτι σπουδαίο, δεν τον συμπαθεί κανένας, δεν το καταλαβαίνουν, κι όμως δικαιώθηκε τελικά, το έργο του το ολοκλήρωσε, και να που τώρα πλησιάζουν με μεγάλη περιέργεια για να τον δουν, να τώρα τον βλέπουν, τον θαυμάζουν για όλο αυτό το έργο που έκανε.

Να αλλάξει αλήθεια πόσο γίνεται
Καμία προσοχή στο τιμόνι, καμιά σκέψη θωρακισμένη, δεν το θέλει το τιμόνι ο Παύλος, το βλέμμα το συγκεντρωμένο στο δρόμο. Μέσα στο λεωφορείο πάλι και σήμερα, αλλάζοντας μετά για να πάρει το μετρό έφτασε στο γραφείο. Οι τέσσερις βοηθοί του ήταν στις θέσεις τους και δούλευαν ή έκαναν πως δούλευαν, δεν μπορούσε πια να είναι σίγουρος, τους είχε αφήσει τόσες μέρες μόνους τους για να ασχοληθεί με την υπόθεση του αόρατου ανθρώπου, που όμως αν κατάφερνε να τη διαλευκάνει…αλήθεια σε ποιον θα μπορούσε να το πει, ποιος θα τον θαύμαζε…μόνος του, για άλλη μια φορά, ακόμα και στον κόσμο τον πραγματικό, θα έπρεπε να τον σκηνοθετήσει τον θαυμασμό των άλλων μέσα στο μυαλό του, ακόμα και τώρα που είχε κάτι συγκεκριμένο να δουλέψει…η φαντασία, αυτή πάλι είχε τον πρώτο ρόλο.
«Γι’ αυτό ίσως», κάτι σαν αστραπή, για μια στιγμή σκέφτηκε, «γι’ αυτό δεν μου έρχονται μεγάλες υποθέσεις, γιατί κυνηγάω το δύσκολο που μπορεί να μην το καταφέρω ποτέ. Γιατί αναζητώ το θαύμα, που κάνει τους άλλους να γελάνε, να περνάνε από δίπλα μου στην αρχή και να με κοιτάζουν με βλέμμα ουδέτερο, όμως  πριν προλάβω καλά – καλά να απομακρυνθώ, πριν προλάβω καν να στρίψω στη γωνία, να κουνάνε το κεφάλι τους και να σκάνε στα γέλια με την αφέλειά μου. Κι όμως έχω διακρίσεις, έστω κάποιες λίγες, στην εγκληματολογία που παράτησα από τότε που ήμουν νέος, έχω οργανώσει τη δουλειά μου με τις πιο σύγχρονες μεθόδους. Κι όμως όλες οι σοβαρές υποθέσεις πάνε στους άλλους, στους μπακάληδες, όλοι αυτούς εμπιστεύονται, ακόμα και η αστυνομία με ντετέκτιβ χιλιοσκονισμένους συνεργάζεται, με τριχωτά πιθήκια με τις χρυσές αλυσίδες να κρέμονται από τον λαιμό και την οδοντογλυφίδα στο δόντι, αυτούς θέλουν όλοι κι όχι εμένα».
Σαν παράπονο παιδικό αυτή η σκέψη, ένα παιδί που στέκεται μόνο σε μια γωνιά κοιτάζοντας τα άλλα παιδία που δεν το παίζουν και σκέφτεται…ο Παύλος ένιωσε μέσα του θυμό μεγάλο, ηφαίστειο παλιό ανέβαινε, ξύπνησε, έβαλε τις φωνές στους συνεργάτες του που τον έχουν αφήσει τόσες μέρες χωρίς καμία ενημέρωση για τις υποθέσεις που είχε σε εκκρεμότητα., ένιωσε μέσα του…δυνατός, αφεντικό σωστό, έπρεπε να ανακτήσει τον έλεγχο του γραφείου, να κοιτάξει το ψωμί του με τρόπο πιο προσγειωμένο…ο Νίκος, εκείνος ο αόρατος άνθρωπος, αυτός…δεν υπήρχε, θα την έδιωχνε αυτήν την υπόθεση, θα ασχολούταν πια με πράγματα σοβαρά. Ναι, τα ζευγάρια που παρακολουθούσε ήταν σοβαρά πράγματα, ήταν η αλήθεια, η μόνη αλήθεια, κι έπρεπε να κάνει ειρήνη μαζί της, έπρεπε να την αγαπήσει αυτήν την αλήθεια.
Τι, δεν γίνεται να αγαπήσεις με το ζόρι; Ψέματα, οι πιο πολλοί άνθρωποι κάνουν δουλείες που δεν θέλουν κι όμως κάποια στιγμή μαθαίνουν να τις αγαπούν. Οι πιο πολλοί άνθρωποι είναι παντρεμένοι με ανθρώπους που δεν τους αγαπάνε πια ή  που δεν τους αγάπησαν ποτέ, κι όμως τους αγαπάνε, αυτό λένε στον εαυτό τους, αυτό πιστεύουν κι αφού το πιστεύουν έτσι είναι, το βλέπεις από το πώς τους συμπεριφέρονται, το λες όταν είσαι μόνος σου κάποια στιγμή και τους φέρνεις στο μυαλό σου, «τι αγάπη που υπάρχει σε αυτό το ζευγάρι» λες. Η εικόνα λέει ψέματα; Όχι η εικόνα δεν λέει ψέματα, εσύ λες ψέματα μέσα σου, η εικόνα είναι όλος ο παράς.
Να αλλάξει, να αλλάξει σκεφτόταν ο Παύλος, να δείξει ότι νοιάζεται πραγματικά για τα απατημένα ζευγάρια και τότε…αν νοιαστεί, αν τους δώσει τη σημασία που πρέπει, αν δείξει ότι όλος του ο επαγγελματισμός είναι αφοσιωμένος στο κέρατο που τόσο πολύ τους πόνα, τότε…«τότε ναι», σκεφτόταν, «θα έλθουν κι άλλες υποθέσεις πιο σοβαρές, βήμα - βήμα, σκαλί - σκαλί, να δεις που στο τέλος θα αρχίσουν να με εμπιστεύονται, αν τους δώσω την προσοχή που μου ζητάνε, θα μου ανοιχτούν πιο πολύ, και τότε, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα με πλησιάσουν για να μου αναθέσουν και τους φόνους τους».
Ναι να αλλάξει σκέφτηκε, σε μια στιγμή μέσα να τα αλλάξει όλα. Να ξεκολλήσει από τα φαντάσματα που έβραζαν πάνω στη μεταλλική επιφάνεια του θερμοσίφωνα του απέναντι κτηρίου κι έστελναν τους καπνούς τους για να θολώνουν το μυαλό του. Από τις κορνίζες στον τοίχο του γραφείου που στεφάνωναν τις ελάχιστες σοβαρές υποθέσεις που είχε αναλάβει στην καριέρα του, από αυτά τα επιτύμβια θυμητικά που λειτουργούσαν σαν τη σαλούφα στο πόδι, έπρεπε, ναι έπρεπε να ξεκολλήσει από αυτά, μα πάνω απ’ όλα από τον αόρατο άνθρωπο που είχε μπει στη ζωή του απρόσκλητος και την είχε καταλάβει, είχε γίνει κάτι σαν αρρώστια, μια μανία που του έκλεβε όλα τα λεπτά, όλες τις ώρες της ημέρας. Από αυτόν κυρίως να γλίτωνε. Μπορούσε, ήταν σίγουρος, μπορούσε να το κάνει. Σε μια στιγμή…

Το έχουμε διαβάσει σε μυθιστορήματα, το έχουμε δει σε σήριαλ στην τηλεόραση και στο κινηματογράφο, τόσους ανθρώπους πιασμένους από μια κλωστή, με το βλέμμα χαμένο στην τρύπα μιας βελόνας, μιαν απόφαση γλιστράνε, περνάν μέσα από μια τόσο μικρή τρύπα, αλλάζει της ζωής τους η σταυροβελονιά στο άψε σβήσε όμως…
Ας είμαστε ειλικρινείς. Τίποτα δεν αλλάζει μέσα σε μια στιγμή, ο κόσμος όλος ναι, ο άνθρωπος όχι, ο χαρακτήρας δεν είναι κέντημα να τον ξυλώσεις, μόνο να τον καταλάβεις αν καταφέρεις κάποια στιγμή να απομακρυνθείς, να δεις ουδέτερα όλο το εργόχειρο, όμως αυτό είναι δύσκολο πολύ…ίσως οι φίλοι, αυτοί μπορούν να σου πουν τα λάθη σου, να τα διορθώσεις, όμως αυτοί δεν μιλάνε, λες και είστε μαζί για να μοιράζεστε παρέα τη σιωπή σου φέρονται αυτοί ώρες ώρες. Κι αν κάποτε τολμήσουν να αρθρώσουν κάποια λέξη, συνήθως θυμώνεις και σου παίρνει καιρό να τους ξαναμιλήσεις. Ναι αυτοί ξέρουν, ίσως γι’ αυτό σιωπούν, το θέμα είναι να μάθεις να αγαπάς τον εαυτό σου. Κανείς δεν μπορεί να στο πει αυτό για να το καταλάβεις, εσύ μόνο σου πρέπει να προσπαθήσεις. Όσο για να αλλάξεις…όχι δεν γίνεται σε μια στιγμή μέσα, δεν φτάνει μόνο μια στιγμή κι ας λένε ότι θέλουν τα σήριαλ και τα μυθιστορήματα.

Το ηφαίστειο μέσα στον Παύλο…έσβησε, οι αλήθειες που πίστεψε ότι ανακάλυψε υποχώρησαν. Ήταν όμορφες αλήθειες που όμως αφορούσαν τη ζωή κάποιων άλλων, ήταν ουδέτερες αλήθειες που ταξίδευαν στο κενό, ψηλά στο διάστημα, καυτές όπως ο ήλιος, μια μπάλα φωτιάς, δεν μπορείς να τον δεις, δεν μπορείς να περπατήσεις χωρίς τη στολή του αστροναύτη, αυτός ο ήλιος δεν κάνει για σένα, δεν τον αντέχεις, εσύ θες να γυρίσεις στη γη, να ξαπλώνεις σε κάποια παράλια το μεσημέρι με το κορίτσι σου δίπλα, να βουτάτε μαζί στο νερό και να στεγνώνετε, να ξεχνιέστε μέσα σε λόγια, σε παιχνίδια, σε  αγκαλιές ώσπου μια κόκκινη τουλίπα να γείρει από πάνω σας και να σας θυμίσει πως η ημέρα πέρασε πια και είναι ώρα σιγά – σιγά να ετοιμάζεστε να γυρίσετε σπίτι.
Όχι σε μια στιγμή μέσα ο Παύλος δεν άλλαξε. Με το κεφάλι χαμηλά, σαν να κρυβόταν από τους υπαλλήλους του ύστερα από τις φωνές που τους έβαλε, μπήκε στο γραφείο του βιαστικά και το μόνο που είπε ήταν να μην τον ενοχλήσουν. Οι σκέψεις του, μέσα στο μυαλό του…είχε ανάψει πάλι η χθεσινή μέρα, η περιπέτεια στην άδεια  Αθήνα, οι στιγμές που πέρασε μες στην αγκαλιά εκείνου του όμορφου κοριτσιού, που δεν τις θυμότανε, το μόνο που δεν θυμόταν από τη χθεσινή μέρα, η Αριάδνη που είχε επισκεφθεί σπίτι της, μα πάνω από όλα ο Νίκος, ο άνθρωπος που τον άκουγε και δεν μπορούσε να τον δει, αυτός που τον έβαλε χωρίς να το θέλει σε τούτο τον κόσμο τον αληθινό, τον ψεύτικό. Τι ήταν τελικά αυτός ο κόσμος, και γιατί έπρεπε να τον μάθει, γιατί να τον αφήσει να τον ξεβολέψει από την τακτοποιημένη του καθημερινότητα, από την χτενισμένη, τη φροντισμένη του δυστυχία, που όμως τον έκανε να νιώθει σίγουρος, ασφαλής, δεν υπήρχε τίποτα το απρόβλεπτο μέσα εκεί, δεν χρειαζότανε να ζορίσει τον εαυτό του για τίποτα, να δείξει εμπιστοσύνη, να πιστέψει.
Τέτοιο ρίσκο …κι όμως έδειχνε μεγάλη άνεση ο Παύλος τώρα με αυτό, σαν να το έψαχνε από καιρό, κι όταν ήλθε η ευκαιρία, ο στρωματωμένος του εαυτός άνοιξε, τσαλακώθηκαν όλες οι πτυχώσεις του, άφησε την πίστη του να τον οδηγεί, η πίστη του στο Νίκο, στην Αριάδνη, ένιωθε τώρα...χωρούσε κι αυτός κάπου εκεί, σε αυτήν την οικογένεια, όχι δεν ήταν ξένος, δεν ήταν καθόλου ξένος, ήτανε δικός τους άνθρωπος.
«Τέτοιος αντιεπαγγελματισμός», μια τελευταία διαμαρτυρία  που πήγε να βγάλει από το θηκάρι σπαθί, πήγε να κόψει…τι να κόψει, ο Παύλος είχε δαγκώσει στο στόμα για τα καλά τον σταυρό, ήταν ολόκληρος ήδη επάνω, απλωμένα χέρια και πόδια με άνεση, σαν να ξάπλωνε σε στρώμα μαλακό, ο σκληρός σταυρός πάνω στο τοίχο του σπιτιού του Νίκου και της Αριάδνης, ρουφώντας τα βυζάντια της ζωής τους, ο τέταρτος άνθρωπος της ζωής τους ήταν άραγε…

Της μνήμης το αρνητικό είναι άδειο
Στο ίδιο καναπέ που καθότανε εχθές, η Αριάδνη στην κουζίνα να συνεχίζει τον καφέ που άφησε στη μέση. Σαν να διάβαζε κάποιο graphic novel, γύρισε στη εικόνα που του άρεσε ή που αισθανόταν ότι έπρεπε να προσέξει παραπάνω για να καταλάβει τη συνέχεια. Τόσο απλά, γύρισε τη σελίδα και ξετύλιξε τον χρόνο, βρέθηκε να διαβάζει πάλι τα ίδια συννεφάκια. Γιατί η αλήθεια είναι πως η Αριάδνη…τίποτα δεν του είπε που έφυγε ξαφνικά εχθές από το σπίτι της δίχως να δώσει κάποια εξήγηση. Η Αριάδνη άνοιξε την πόρτα με τις ίδιες πάλι αργές κινήσεις του καπνού, με τον ίδιο νωχελικό παφλασμό στα νερά του προσώπου της. Κι όταν του μίλησε, στην πόρτα που τον υποδέχτηκε, στο σαλόνι, τα λόγια της ήταν σχεδόν τα ίδια με τα χθεσινά, χωρίς κάτι οξύ, χωρίς απορία, λες και τον Παύλο τον έβλεπε για πρώτη φορά.  
Μέσα σε αυτή τη νηνεμία, όσο περίμενε να του φέρει τον καφέ, ο Παύλος…είχε μια διάθεση σφιγμένη στο βλέμμα, απολογητική, για τη χθεσινή του συμπεριφορά. Γρήγορα όμως άρχισε να λύνεται, μια παράξενη οικειότητα ένιωθε, μια ζεστασιά εξέπνεε αυτός ο χώρος και…μια σιγουριά έκαψε μέσα του τη φλόγα της και αισθάνθηκε…ναι ήταν κοντά στο να βρει την άκρη για τον λόγο που ο Νίκος ήταν αόρατος. Και ήταν αυτό αλήθεια που μετρούσε πιο πολύ.
Γι’ αυτό άλλωστε είχε έλθει εδώ. Ήταν το σωστό μέρος. Η Αριάδνη, αυτή κρατούσε τα κλειδιά, το ένα κλειδί, το αντίδοτο, το μαγικό φίλτρο, ό,τι και να ήταν τέλος πάντων αυτό που θα έφερνε πίσω το Νίκο στην οικογένειά του, που θα του έδινε ξανά πρόσωπο και λόγο, που θα του έδινε την ευκαιρία, το δικαίωμα, να αποκαταστήσει την εικόνα του στο αρνητικό της μνήμης της Αριάδνης και της Αλίκης γιατί…είχε σβήσει, είχε σβήσει ο Νίκος μέσα τους, ο κενός χώρος στις φωτογραφίες πάνω στο καθρέφτη από την οικογενειακή τους ζωή…

Ο κενός χώρος στις φωτογραφίες πάνω στο καθρέφτη από την οικογενειακή τους ζωή το έδειχνε καθαρά. Πως δεν το πρόσεξε αυτό ο επαγγελματίας ντετέκτιβ, ο παρά λίγο εγκληματολόγος με την παρά λίγο μεγάλη καριέρα. Από τη στιγμή που η μορφή του Νίκου έλειπε από αυτές τις φωτογραφίες, η Αριάδνη, η μνήμη της…ήτανε κι αυτή λοιπόν άδεια, οπότε αλήθεια τι θα μπορούσε τώρα εκείνη να του πει, πως θα τον βοηθούσε να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισης του Νίκου. Η σιγουριά που είχε ο Παύλος για την Αριάδνη…πάει σε μια στιγμή μέσα κατέρρευσε. Μια άλλη σιγουριά τώρα κυρίευσε το μυαλό του, πως δεν υπήρχε πια κανένας λόγος να κάθεται άλλο σε αυτό το σπίτι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να φάει την ώρα του σε μια συζήτηση που δεν θα τον βγάλει πουθενά.

Πρόσωπο με πρόσωπο και ένα ψέμα
Από μια καμπύλη του μυαλού πιασμένος, από μια λάμψη ακτινογραφική, σε μια στιγμή μέσα ο κήπος με τις ανθισμένες υποσχέσεις της Αριάδνης γέμισε λείψανα, αλλάξανε όλα. Να σηκωθεί να φύγει λοιπόν. Δεν έκανε όμως κάποια σπασμωδική κίνηση όπως εχθές που ούτε ο ίδιος κατάλαβε καλά – καλά για πότε έφυγε. Σήμερα την αντίδρασή του τη δούλεψε μέσα στο μυαλό του, τη δούλεψε πολύ, σε σημείο που δεν ήταν πια αντίδραση, ήταν ώριμη απόφαση, περνώντας τα δευτερόλεπτα, βεβαιωνόταν όλο και πιο πολύ γι’ αυτή του την απόφαση όμως….
Δεν πρόλαβε. Με το μυαλό του να προχωρά αργά, μεθοδικά, η Αριάδνη…αυτή πρόλαβε, καθόταν τώρα απέναντί του σε ένα μικρό σκαμπό, τα χείλη του, χωρίς να το πολυκαταλάβει ακουμπούσαν στο φλιτζάνι με τον καφέ που του σέρβιρε, ήπιε μια γουλιά, έσκυψε κι άφησε το φλιτζάνι στο τραπεζάκι μπροστά του, κι ώσπου να σηκώσει πάλι το σώμα του σε όρθια στάση, ώσπου να νιώσει τη πλάτη του να τρίβεται στο ύφασμα του καναπέ, έπρεπε…
«Λοιπόν, είστε ντετέκτιβ μου είπατε στο τηλέφωνο και θέλετε να μου μιλήσετε για κάτι που με αφορά. Είμαι πραγματικά περίεργη να μάθω πως μπλέκομαι εγώ σε μια αστυνομική ιστορία».
Έπρεπε να κάτσει τώρα ο Παύλος να απαντά στις ερωτήσεις της Αριάδνης. Μετά από αυτά της τα λόγια, τα χέρια του, τα πόδια του, δεμένα με αλυσίδες…δεν μπορούσε να σηκωθεί από τον καναπέ τώρα, δεν μπορούσε να φύγει.
«Ναι πρόκειται για μια αστυνομική υπόθεση» της είπε. Κι άλλα πολλά της είπε, προσπάθησε να πλέξει ένα μυστήριο, βήμα – βήμα έχτιζε μια ιστορία χωρίς όμως θεμέλια γερά, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο σχέδιο αρχιτεκτονικό, απλά μιλούσε, και δεν είχε σημασία τι έλεγε, δεν μπορούσε καν να παρακολουθήσει τα λόγια του, μόνο να υπάρχει κάποιο νόημα σε αυτά τον ένοιαζε, να μην τον περάσει για τρελό, να μην κάνει το μυαλό της τίποτα ύποπτες σκέψεις, όπως π.χ. πως πρόκειται για κάποιον stalker που την ξεγέλασε και ξαφνικά βρέθηκε να κάθεται απέναντί της, κάποιος με πειραγμένο μυαλό, με προθέσεις ύποπτες που είχε βρει τον τρόπο να μπει στο σπίτι της – και μάλιστα με τη δική της άδεια – κι ετοιμαζόταν τώρα να φτάσει στην άκρη που τον οδηγούσε η άρρωστη φαντασία του.

Όχι δεν θυμόταν η Αριάδνη κάποια Ελένη Αλαμάνου, αν ήταν συμμαθήτριά της στο δημοτικό, στο γυμνάσιο. Η γυναίκα αυτή που βρέθηκε σφαγμένη, κομμένα μέλη, αδειάσαν το αίμα της στα πλακάκια της αυλής του σπιτιού της. Μια μόνη γυναίκα χωρίς ιδιαίτερες κοινωνικές συναναστροφές, χωρίς φίλους, μόνο τώρα τελευταία κάποιος την επισκεπτόταν, οι γείτονες έβλεπαν να έρχεται στο σπίτι της κάποιος…ήταν από το παρελθόν της, δεν τους το είπε αυτή όχι, εκείνοι το είχαν μάθει, όπως πάντα συμβαίνει με τους γείτονες που τα ξέρουν όλα για τους διπλανούς τους, έχουν καλές πηγές.
Ήξεραν λοιπόν αυτοί πως πρόκειται για κάποιον παλιό της γνώριμο, έναν συμμαθητή της έλεγαν οι φήμες, ταίριαζε άλλωστε και η εμφάνισή του, τα χρόνια του φαίνονταν να είναι ίδια με αυτά της Ελένης. Ένας άντρας λοιπόν νέος, μάτια μαύρα, μαλλιά μαύρα, με λίγα κιλά παραπάνω, όμως το παρουσιαστικό του, το ύφος του, έβγαζε μια αθλητική υγεία.  

Δεν τα θυμόταν καλά όλα αυτά που της είπε ο Παύλος, η Αριάδνη του τα θύμισε καθώς προσπαθούσε να συντονίσει το μυαλό της με την ιστορία που μόλις είχε ακούσει, τα λόγια της βυθισμένα στη μνήμη όπου σκάλιζε ονόματα και μορφές ανθρώπων από το παρελθόν της, συμμαθητών της που ο κοινός τους σχολικός βίος δεν κράτησε πολύ. Ναι εκεί την είχε οδηγήσει το μυαλό της, στους συμμαθητές που πέρασαν για λίγο από τη ζωή της και μετά χάθηκαν, έφυγαν, τους πήραν οι γονείς τους να πάνε σε κάποια άλλη περιοχή της Αθήνας ή στην επαρχία. Με αυτήν την υπόθεση παιδευόταν τώρα η Αριάδνη, γιατί σίγουρα, ένιωθε, πρέπει να είχε συμβεί κάτι τέτοιο, ήταν συχνό, σχεδόν βέβαιο, σε μια πόλη σαν την Αθήνα, με τόσες γειτονίες να αυξομειώνουν τον πληθυσμό τους, όλο και κάποιος, κάποιοι από τους συμμαθητές της θα είχαν αλλάξει σχολείο. Να ήταν λοιπόν η Ελένη Αλαμάνου ανάμεσα σε αυτούς, παλιά ίσως πολύ στο δημοτικό, γι’ αυτό και τώρα δυσκολευόταν τόσο πολύ να θυμηθεί; Κι αυτός ο μελαχρινός άντρας που τη σκότωσε, τα χαρακτηριστικά του τόσο κοινά, ποιος μπορούσε να είναι από όλους τους συμμαθητές της;
Την είχε στήσει λοιπόν καλά την παγίδα του ο Παύλος και μάλιστα χωρίς κόπο αυτοσχεδιάζοντας. Μέχρι και τα σχολεία που είχε φοιτήσει της είχε εκμαιεύσει της Αριάδνης με την πείρα την ντετεκτιβική  που διέθετε, οπότε είχε δέσει η υπόθεση, φαινόταν αληθοφανής, η Αριάδνη…ο νους της ταξιδεύοντας μακριά όσο περνούσε η ώρα, το βλέμμα της καρφωμένο στο κενό, υπήρχε αρκετός χώρος για τον Παύλο…
Ναι ο Παύλος είχε αρκετή ελευθερία κινήσεων. Τα μάτια του έκαναν συνεχώς κύκλους μέσα στο σπίτι και έπεφταν…το τέλος κάθε ταξιδιού των ματιών δεν ήταν άλλο από τις φωτογραφίες του καθρέφτη στο σαλόνι. Από χθες δεν είχε αλλάξει τίποτα, το ίδιο κενό, η ίδια απουσία, ο Νίκος ανάμεσα στην Αριάδνη, ανάμεσα στην Αλίκη, κι όμως πουθενά.
Στις λεκτικές άπνοιες της Αριάδνης, καθώς έσκαβε όλο και πιο βαθιά στη μνήμη για να βρει και να συνταιριάξει τα σπασμένα κομμάτια της Ελένη Αλαμάνου…υπήρχε αέρας πολύς για την ανάσα του μυαλού, για την ανάσα του θάρρους, κι έτσι κάπως άκομψα, άτσαλα, απότομα, ο Παύλος διέκοψε τον εσωτερικό της ειρμό, τόλμησε.
«Είστε βλέπω μόνη σας σε αυτές τις φωτογραφίες, μόνη ή μαζί με το παιδί σας. Κι όμως η εντύπωσή μου είναι ότι και κάποιος άλλος είναι δίπλα σας, ο πατέρας ίσως της κόρης σας, ο άνθρωπος τέλος πάντως που βρίσκεται πίσω από τον φακό, αλήθεια για δεν είναι πότε μες στο κάδρο»;

Έρχεται, δεν έρχεται, έρχεται, δεν έρχεται…
Η Αριάδνη γύρισε και κοίταξε προς τον καθρέφτη με μια αργή κίνηση του λαιμού, συνεχόμενη, συντονισμένη. Μια κίνηση θα μπορούσες να την πεις ρομποτική. Όμως για τον Παύλο που την ήξερε…έτσι ένιωθε μέσα του σαν να τη γνώριζε χρόνια, σαν να είναι άνθρωπος δικός του, δεν μπορούσε…δεν μπορούσε να είναι πια ο επαγγελματίας που ήθελε, το είχε πάρει απόφαση πια.
Για τον Παύλο έστω που νόμιζε ότι την ξέρει, αυτές οι αργές κινήσεις ταιριάζανε με τον πολιτισμό, με το αριστοκρατικό της παρελθόν που φανταζότανε, με τις βιβλιοθήκες κι όλη αυτή την συσσωρευμένη γνώση που κουβαλούσαν τα βιβλία που κανονικά θα έπρεπε να υπήρχαν μέσα σε αυτό το σπίτι, όμως δεν υπήρχαν, δεν πειράζει, η Αριάδνη…
Τις είχε αυτές τις γνώσεις κληρονομημένες μέσα από το αίμα της ανατροφής της, μέσα από τις ίσιες γραμμές του δέρματός της, κρυμμένες γραμμές κάτω από το δέρμα της, ηλεκτρικές βέργες που ιριδίζανε τοποθετημένες η μία πάνω από την άλλη, σύρματα πυρακτωμένα, γαλάζιο φως εκπέμπανε που απλώνονταν ως τα βάθη του χρόνου με χαραγμένο επάνω του κάποια σοφία.  
Η Αριάδνη…με τον ίδιο αργό τρόπο, με τις ίδιες συντονισμένες κινήσεις όπως και πριν που γύρισε και κοίταξε τις φωτογραφίες του καθρέφτη, έστριψε τώρα το κεφάλι της προς τη μεριά του Παύλου, και ύστερα από μια ελάχιστη σιωπή που στα αυτιά του μέσα ακούστηκε σαν τον ατελείωτο ρόγχο του μελλοθάνατου, του είπε. 
«Δεν είμαι παντρεμένη ξέρετε. Δεν υπάρχει στη ζωή μου κάποιος άντρας».
«Εγώ δεν μίλησα για κάποιον άντρα», είπε ο Παύλος που είχαν ανάψει πια για τα καλά οι μηχανές του, δεν άφησε, δεν θα άφηνε τίποτα να πέσει κάτω, «αλλά για τον πατέρα του παιδιού σας».
«Δεν ξέρω ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού μου» του απάντησε εκείνη κοιτώντας τον κατευθείαν στα μάτια για να του δείξει…όχι δεν υπήρχε ενόχληση στο βλέμμα της, υπήρχε αλήθεια και τιμιότητα. Και η φωνή της…καμία αυξομείωση δεν έγινε στο τόνο που να προδίδει πως η διάθεσή της ήταν αλλαγμένη, πως  την είχε πειράξει που κάποιος άγνωστος επενέβαινε στα προσωπικά της τόσο απροκάλυπτα.
Η Αριάδνη…δεν ήξερε ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού της, κι ήταν αλήθεια αυτό, η δική της πραγματική αλήθεια, όμως αυτό που στην ουσία έλεγε, πίστευε ο Παύλος, ήταν πως δεν θυμόταν.
Ναι η υπόθεσή του είχε επιβεβαιωθεί. Ο Νίκος χάθηκε από τα φωτογραφίες του καθρέφτη, χάθηκε από τη μνήμη της Αριάδνης, το πιθανότερο και της Αλίκης σκεφτόταν ο Παύλος τώρα, ώσπου στο τέλος η εικόνα του, η φωνή του χάθηκαν και από την πραγματικότητα. Ίσως αν αυτός της θύμιζε.
Ήταν ένας ξένος όμως αυτός….«είμαι ένας ξένος εγώ πως γίνεται να την κάνω να θυμηθεί». Δεν είχε άδικο, κι όμως κάπου πρέπει να υπήρχαν κάποιες λέξεις που αν τις ταίριαζε μεταξύ τους, αν κατάφερνε να τις κάνει να βγάλουν τον σωστό ήχο, κάποιες λέξεις που να περιέχουν τον Νίκο, αυτές έπρεπε να ψάξει να βρει.
«Νίκος, Νίκος Δρακόπουλος», είπε ο Παύλος. Και ήταν αυτά λόγια που του ξεφύγανε, δεν είχε σχεδιάσει να πει αυτό το όνομα, να ξεκινήσει όπως λένε κατευθείαν από το ψητό. Το «Νίκος Δρακόπουλος», σκεφτόταν, έπρεπε κανονικά να είναι το τέλος αυτής της περιπέτειας, να το ακούσει η Αριάδνη, να το πει, κι ο Νίκος  τότε…το σχήμα του να γεμίσει λίγο – λίγο την τρύπα του αέρα, να σπάσει τη συνέχεια του αέρα, ώσπου στο τέλος να φανεί ολόκληρος με σάρκα και οστά.
«Όχι δεν έκανα καλά που είπα αυτό το όνομα», σκέφτηκε, όμως όσο ο Παύλος προβληματιζόταν με τέτοιες σκέψεις, κάποια στιγμή που σήκωσε το κεφάλι του, σήκωσε το βλέμμα του από το πάτωμα που το είχε χαμηλώσει ύστερα από την γκάφα που έκανε, καθώς κοίταξε και πάλι την Αριάδνη εκείνη…τα μάτια της είχαν μεγαλώσει τώρα πολύ, το στεφάνι τους έβγαζε…κάποιο φως, σπίθες μικρές το είχανε κυκλώσει. Η μνήμη, αναρωτήθηκε ο Παύλος,…πάει άραγε να ανάψει κάποιο σπίρτο, είναι…είναι μόνο ένα σπίρτο που σε λιγάκι θα καεί και θα σβήσει. Το όνομα του Νίκου…σίδερο καυτό, μια κραυγή που ανοίγει στόμα  στα μάτια της Αριάδνης, κάποια φτερά που χτυπάνε να πετάξουν, κάποιο πουλί που πάει να πετάξει, όμως σε ξεγελάει, δεν το θέλει, αφήνεται να κουρνιάσει στην ασφάλεια της φωλιάς του.
«Το όνομα του Νίκου…όχι δεν γίνεται να θυμήθηκε η Αριάδνη», σκεφτόταν τώρα ο Παύλος. «Στο φως μέσα μιας αστραπής, στο γύρισμα ενός φλας, τόσο πολύ σκοτάδι…δεν ξεγελιέται το σκοτάδι, δεν γίνεται να παραδοθεί τόσο εύκολα, να χάσει τον όγκο του, να μαζέψει».
Όμως…άκουσε, δεν τον γελούσαν τα αυτιά του. Καθώς έβγαζε από μέσα του έναν αέρα γεμάτο γρανίτη από την απογοήτευση που κουβαλούσε η σκέψη πως η Αριάδνη δεν θυμήθηκε τίποτα όταν της είπε το όνομα Νίκος.

Της μνήμης σεντόνια
«Θυμάμαι», αυτό άκουσε να λέει και…η μηχανή του μυαλού πάγωσε, ο  μύλος σταμάτησε να αλέθει υποθέσεις λογικοφανείς. Όλα τα φώτα του σπιτιού τώρα έσβησαν, όλες οι γυαλάδες…η κεραμική κούπα πάνω στο τραπέζι του σαλονιού που είχε μέσα τον καφέ του, ο καθρέφτης με τις φωτογραφίες, τα τζάμια από δύο μικρές άδειες κορνίζες που τον κοιτούσαν ακριβώς απέναντί του από το σύνθετο, όλα θάμπωσαν, όλα σκοτείνιασαν. Και ήταν τώρα καλό αυτό το σκοτάδι. Σπρώχνοντας με την πλάτη τα μαξιλάρια του καναπέ να πάνε πίσω κι άλλο πιο πίσω, ψάχνοντας απεγνωσμένα χώρο να χωρέσει στο μυαλό του το «θυμάμαι» που είπε Αριάδνη, ο Παύλος…σαν θεατής την κοιτούσε τώρα, τα μάτια του κολλημένα στα χείλη της, χείλη μεγάλα πάνω σε κινηματογραφικό πανί, με την μπογιά του κραγιόν πιο κόκκινη από…το μόνο κόκκινο χρώμα στον κόσμο τη στιγμή τούτη, το μόνο φως στον κόσμο γεμίζοντας τον αέρα τριαντάφυλλα, τρυπώντας τη φαντασία του με το αίμα υποσχέσεων μεγάλων.  
«Μου είπε…μου είχε πει. Πάνε είκοσι χρόνια κι όμως μου υποσχέθηκε. Τριγυρνούσαμε στους παλιούς δρόμους της Αθήνας, στα σοκάκια της Πλάκας που αγαπούσε, την αγαπούσαμε και οι δύο. Πιασμένοι χέρι – χέρι όπως σε κάποιες καρτ ποστάλ που λες και έχουν τραβηχτεί για να τις βλέπουν άνθρωποι μεγάλοι σε ηλικία, να τις βλέπουν και να πενθούν τι δεν έζησαν, να πενθούν τι έζησαν, το ίδιο είναι. Τα μάτια μας…χαμηλωμένα κοιτούσαν το πλακόστρωτο, κοιτούσαν…τίποτα δεν κοιτούσαν, όλες οι αισθήσεις μας είχαν ατονήσει, μόνο το άγγιγμα μετρούσε, το χέρι μου μέσα στο δικό του, τα δάχτυλα να κουνιόνται σαν το χταπόδι στο νερό αργά,  δεν ξέραμε, δεν μπορούσαμε να πούμε που άρχιζε το σώμα του, που τέλειωνε το σώμα μου. Μόνο με το άγγιγμα, οι άλλες αισθήσεις σαν να απεργούσανε,  το μυαλό μας…με το μυαλό μας φτιάχναμε τις μυρωδιές από τα παρτέρια των σπιτιών και των καταστημάτων που περνούσαμε, φτιάχναμε τη γεύση των χειλιών μας, την πιο μεθυστική γεύση που δοκίμασα ποτέ. Ζούσαμε…τις ζωές των προηγούμενων αιώνων ζούσαμε και τις επόμενες. Σαν να μην είχαμε λείψει ποτέ από αυτόν τον κόσμο. Σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε ποτέ.  Ο Χρόνος ακίνητος. Μια φωτογραφία στο πάτωμα η γη να περπατάμε…μου είπε…έτσι θα είναι για πάντα μου είπε. Το αγαπημένος μας café που είχε επιγραφή στην είσοδο «από το 1952» για εμάς υπήρχε μόνο. Η σερβιτόρα με τα λιαστά βαθυκόκκινα χείλια που διαρκώς χαμογελούσε δούλευε μόνο για εμάς. Νέοι αλήθεια, το αίμα μας, το αίμα μου είπε ήταν για να γεμίζει τα μελάνια των αγαπημένων μας ποιητών. Μου χάιδευε το πρόσωπο και τα μάτια του…τι γυρεύουν τα μάτια σου κάτω από το δέρμα μου τον ρωτούσα κι εκείνος μου έλεγε για κάποιο ποτάμι που ήθελε να πλυθεί, για τη σταγόνα το λάδι που θα φώτιζε το βήμα του. Τόσα πολλά ψέματα αλήθεια…».  
Στιγμή δεν την άφηνε τώρα από τα μάτια του ο Παύλος…τα χείλη της ανοιγοκλείνοντας αυτόματα σαν να έπαιζε κάποια κασέτα χωρίς όμως μάσημα, οι ήχοι, ο ήχος της Αριάδνης καθαρός ακουγόταν.
Τη ρώτησε. «Ο Νίκος ήταν λοιπόν αυτός ο άντρας, έτσι δεν είναι», με αρκετή δειλία σε αυτήν την ερώτηση, με ανάγκη για επιβεβαίωση.
«Ο Νίκος», ρώτησε η Αριάδνη, δεν ρώτησε, με τρόπο αντανακλαστικό πάντως μίλησε, το κενό της μνήμης…δεν υπήρχε μνήμη, όχι δεν είδε.
«Τόσα πολλά ψέματα» συνέχισε. «Κι όμως για εκείνον τίποτα δεν ήταν ψέμα. «Όλος ο κόσμος» όπως είχε πει τότε στην Πλάκα ήταν η ζωή του, περνούσαν τα χρόνια και απομακρυνόταν όλο και πιο πολύ, ξεγλιστρούσε, οι δρόμοι της πόλης ήταν χάρτες αληθινοί, σε κάθε του βήμα άλλαζε προορισμό, πότε πατούσε το Παρίσι που αγάπαγε, πότε το Λονδίνο που θαύμαζε, κι εγώ…εγώ έμενα μόνη μου να το ψάχνω, να είναι δίπλα μου και να μην μπορώ να τον φτάσω, τόσα σύνορα ανοιχτά και να μην μπορώ να περάσω. Απογοητευόμουν, απογοητευόμουν πολύ μα περίμενα, έλεγα δεν μπορεί θα γυρίσει, και δεν τον άγγιζα, όχι δεν τον άγγιζα πια, η αφή…του έφτανε μόνο η αφή, όμως δεν ήθελε να δει, να με προσέξει, να τον κάνω να με προσέξει, να ανοίξουν τα μάτια του, να φέρω τα μάτια του πίσω στη ζωή, μπροστά του αν στεκόμουν, σε κάποια απόσταση, να μην μπορεί να κάνει αλλιώς, να μην έχει επιλογή.
»Εκείνος τότε εκνευριζόταν, κοκκίνιζε, μια δύο φορές έσπασε τα ποτήρια πάνω στο δίσκο που καθόταν και έτρωγε στο σαλόνι κι έλεγε…μου είπε κάποια στιγμή χαμογελώντας σαρκαστικά, εκδικητικά».
«Η αγαπημένη σου Wedgwood κούπα. Εγώ σου την έμαθα. Σου είπα και για τις σταυρωτές θηλιές, εγώ που ξέρω μα εσύ δεν βλέπεις. Tα χείλη σου πως αρπάζονται στην κούπα μέσα όπου ξεχειλίζω νομίζοντας πως θα σε αφήσω να με ρουφήξεις. Αλήθεια πως δεν κατάλαβες. Δεν ήθελες να δεις. Κρασί ετικέτας όχι. Αμπέλι που σκαρφαλώνει μέχρι πάνω τις πλαγιές. Οφθαλμαπάτη που ξέρω καλά να εκτελώ δύσκολα βάζοντάς σου πιο πολλά. Εσύ που δίπλα στο κύμα με την κούπα σου περιμένεις. Τη θάλασσα που λες πως μου μοιάζει δοκιμάζοντας. Αν είμαι εγώ αυτός που σε λίγο θα ξεπροβάλει». 
«Όλος ο κόσμος είμαστε εμείς, τέτοια ψέμα. Και η αλήθεια, εγώ που είχα ανάγκη από κάποιο δικό μου ψέμα μικρό, ένα ελάχιστο ψέμα να μπορώ να πιαστώ, να συνεχίσω. Κι όμως δεν με λυπήθηκε, δεν θέλησε να με σώσει από την αλήθεια εμένα, τη φύλαγε μέσα του την αλήθεια μου, ό,τι άφηνα να μου γλιστρήσει το μάζευε και μετά μου το πέταγε στα μούτρα, εγώ που…δοκίμαζα το νερό και φοβόμουν μην, μην η θάλασσα έχει τη γεύση του.
»Περνώντας τα χρόνια, γυρίζοντας σπίτι, δεν έβγαινε πια από το σπίτι παρά πολύ σπάνια όμως…που ήταν, που. Δίπλα μου κι όμως δεν τον έβλεπα καθαρά, σαν να αναβόσβηνε, σαν να έκανε κάποιο κόλπο μαγικό εξαφάνιζε και εμφάνιζε τον εαυτό του. Γινόταν καπνός και τρύπωνε παντού, μέσα στα ντουλάπια με τα καθαρά τα ρούχα, ανέπνεε τη μυρωδιά του μαλακτικού, το τριαντάφυλλο, το μήλο μιας ένωσης χημικής ταξίδευαν την φαντασία του.  
»Μέσα στα βιβλία. Στο σαλόνι, στην κρεβατοκάμαρα, στο μικρό δωμάτιο που είχαμε διαμορφώσει σαν γραφείο με μια ξύλινη βιβλιοθήκη κι ένα τραπέζι υπολογιστή, χωμένος πίσω από βιβλία μέρες, μήνες, ακίνητος, ένα άγαλμα από πέτρα, ακουμπώντας το χαρτί ένιωθες τον ιδρώτα του σώματός του και το αίμα του, πίσω από τα γράμματα που διάβαζε…στο πάτωμα, ένα υγρό πηχτό, ανθρώπινο, αίμα μαζί με κόκαλα αλεσμένα, μαζί με το μυαλό χυμένο, σε κάθε βιβλίο ρόλοι, ρόλοι, ρόλοι πέφτανε κάτω, σπάγανε γεμίζανε τον τόπο με αυτό το πηχτό ανακατεμένο υγρό.
»Από πού να αρχίσεις, από πού να τελειώσεις, αυτή η ροή η ασταμάτητη, αυτό το σχίσιμο στον βράχο, το ράγισμα στη γλώσσα. Τόσα πολλά θρύψαλα κρέμονταν από τη γλώσσα του, άλλοτε μιλούσε και τα λόγια του έκαναν τα κρύσταλλα του σπιτιού, τα ποτήρια, τα βάζα να τρέμουν λες και περνούσε από πάνω τους ο αέρας από το φάντασμα κάποιας ανάμνησης, άλλοτε άκουγες κάποια νεκρά άστρα που μάζευαν πέτρα μέσα του και τον πονούσαν. Και ήταν…κραυγές ήταν, κι όμως έναρθρες, τακτοποιημένες, απρόσωπες, τα νεκρά άστρα κέντριζαν με τις βελόνες τους τα νεφρά του, κι όμως οι κραυγές έφταναν στα αυτιά σου σε μια ευθεία μέσα, ίσιες ακούγονταν, δεν…
»Ήταν δικά του αυτά τα άστρα; Κι εγώ μπερδευόμουν κάποιες φορές, με άφηνε να βλέπω ένα σύμπαν νεκρό και να ζαλίζομαι, να θαμπώνομαι από τις σιωπηλές εκρήξεις του θανάτου, από τα χρώματα του θανάτου, τόσα πολλά. Ο ήχος…τον φανταζόσουνα τον ήχο όσο διαρκούσε η εντύπωση των ματιών, δεν τον άκουγες, θα ερχόταν μετά ο  ήχος. Μόνο το φως υπήρχε με την εντύπωση των ματιών, οι λάμψεις μόνο υπήρχαν, στροφές φωτισμένες στο σκοτάδι με τους δρόμους άφαντους, ανυπόστατους, ουράνια τόξα έστιχε τη νύχτα κάποιο πινέλο, τη γέμιζε φρύδια χρωματιστά και πρόσωπα…
»Μιλούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Ο ήχος τους…όταν ερχόταν ο ήχος, έκλεβε όλες τις λάμψεις κι έμενες…μόνη μου έμενα να ακούω και να μην καταλαβαίνω, ένας ήχος τόσο εκκωφαντικός, σε τρέλανε, γεμάτος καμπάνες που χτυπούσανε με σφυριά, με κουτάλια, με κάθε τι μεταλλικό που γινόταν να χαράξει γράμματα πάνω στο στραβό σίδερο της καμπάνας  όμως εκείνος…που ήταν εκείνος, δεν μπορούσα άλλο να το αντέξω, δεν μπορούσα να μην ξέρω που είναι αυτός, αυτό, αυτό δεν το μπορούσα.     
»Ο καιρός πέρασε, κι εγώ τον έμαθα πια αυτόν τον ήχο, τον άκουγα τώρα που…είχε εξασθενήσει, χαμηλός πια πολύ ήταν, γρατζούναγε,  σαν σαράκι τον ένιωθα, λίγο - λίγο έτρωγε το συκώτι του, κάθε φορά που έμπαινα στο σπίτι εκείνος…εκείνος είχε νικήσει, όλοι αυτοί οι άνθρωποι που κουβαλούσε μέσα του, όλες αυτές οι γλώσσες…
»Από το συκώτι του ξεκινώντας, στοιβάζοντας βουνά από μαύρο αίμα, δούλευε το σαράκι, το σκουλήκι δούλευε, πελεκούσε κρέας, πελεκούσε κόκαλο. Κι εγώ…όχι δεν τον έψαχνα πια εγώ, εγώ είχα παραιτηθεί. Εγώ…που έκανα σαν σκυλί λυσσασμένο τρέχοντας πίσω από τη μυρωδιά του, γυρεύοντας συνεχώς τη μυρωδιά του, τον άφησα, τον άφησα να μικρύνει όσο θέλει, να εξαφανιστεί. Έμπαινα σπίτι και δεν έλεγα πια τίποτα, τον άφηνα να χαίρεται, να χαίρεται τον ύπνο του στο μαλακτικό στα διπλωμένα ρούχα της ντουλάπας, να κάνει τα ταξίδια του μέσα από τις τρύπες που έσκαβε στο χαρτί των βιβλίων, περνώντας από σελίδα σε σελίδα, πιασμένος πάνω από κάποια γράμματα, από ένα γράμμα μόνο κάποιες φορές, με τα πόδια του να κρέμονται, να πηγαίνουν πέρα δώθε.
»Τόσο πολύ μικρός κι όμως μια μέρα, από κάποιο βιβλίο από τα πολλά που παρατούσε πάνω στο γραφείο ή στο κρεβάτι ανακατεμένο μαζί με τα σεντόνια, από τις δίπλες ενός ρούχου μέσα όπου είχε κουρνιάσει, πετάχτηκε, απότομα, ξαφνικά, στον αέρα χιλιάδες κομμάτια από χαρτί, σκόνη με γεύση βιβλίων, ριπές φωτός περνώντας μέσα από τα τζάμια στις μπαλκονόπορτες που κατέληγαν σε κάποιο άγνωστο λουλούδι και μύριζαν άρωμα μαλακτικού. Δεν κατάλαβα, δεν είδα πως, κι όμως, ήταν τώρα μπροστά μου.
»Ήμουν έγκυος στην Αλίκη. Του το είπα. Και τότε… τότε φανερώθηκε. Φοβισμένη στην αρχή, δεν ήξερα πως θα το πάρει, δεν ήξερα αν το θέλει αυτό το παιδί. Χάρηκε. Ήταν αλήθεια, έπαιζε θέατρο, δεν μπορούσα να καταλάβω. Τις επόμενες μέρες, τους επόμενους μήνες…
»Κι όμως δεν τον έψαχνα άλλο. Ούτε μέσα στα βιβλία, ούτε στις ντουλάπες με τα ρούχα. Ήταν μαζί μου, δίπλα μου, η σκιά  στους τοίχους, τα βήματα που άφηνε πάνω στο πλακάκι του πατώματος και μύριζα, ακολουθούσα τα ίχνη του για να μπορέσω να τον βρω, τίποτα από όλα αυτά δεν χρειαζότανε να κάνω πια. Άλλαξε; Δεν γίνεται, άλλαξε, τι να πιστέψω;
»Ακουγόταν τώρα σαν να μιλούσε μέσα από τα δικά του λόγια. Έκανε παρατηρήσεις καθώς με έβλεπε να ταΐζω τη μικρή, με ρωτούσε αν έχω αποστειρώσει καλά το μπιμπερό, αν ήξερα από το κλάμα της, αν με τον καιρό καταλάβαινα τι ήθελε το μωρό κάθε φορά που έκλαιγε. Ερωτήσεις λίγες, με ρυθμό, σαν περνούσε ο καιρός κλιμακωνόταν ο ρυθμός, γινόταν πιο γρήγορος. Δεν με εμπιστευόταν; Γιατί δεν άφηνε να χαρώ τούτη τη στιγμή, τώρα που τον είχα βρει γιατί με έβαζε πάλι σε σκέψεις; Τι ήθελε από μένα πια;  
»Τίποτα. Μόνο για τη μικρή τον ένοιαζε, μόνο για την Αλίκη. Έλεγχε κάθε λεπτομέρεια, τη θερμοκρασία του μπιμπερό έμαθε να τη μετράει με ακρίβεια, ήξερε καλά πότε ήταν καθαρό από μικρόβια, πότε ήταν ασφαλές. Τις περισσότερες φορές μάλιστα…από ένα σημείο και μετά την τάιζε μόνος του. Με έκανε πέρα λες και ήμουνα κάποια ξένη, το κρεβάτι της Αλίκης…αυτός το έστρωνε, της άλλαζε πάνα πιο συχνά απ’ ό,τι εγώ και το δωμάτιο της…αυτός το έβαψε, αυτός το καθάριζε, κόλλησε στο ταβάνι και αυτοκόλλητους ουρανούς που αγόρασε από κάποιο παιχνιδάδικο, πήρε και κόλλες χαρτί γυαλιστερό με χρώματα ασημένια, χρυσά, θαλασσιά, γέμισε τους τοίχους με φεγγάρια που σχεδίασε ο ίδιος, με πλανήτες που δεν είχαν γη πουθενά, μόνο θάλασσα είχαν, με ήλιους που μοιάζανε σαν ηλιοτρόπια, το ίδιο σχήμα, το ίδιο μέγεθος, τους κόλλησε στους τοίχους και στις δύο πλευρές της γωνίας που βρισκόταν το κρεβάτι της Αλίκης, ηλιοτρόπια με πρόσωπο σκυμμένο φωτίζαν το παιδί του…
»Ναι, το παιδί του. Αυτό ήθελε τώρα, να με σβήσει; Ναι μες στα κύτταρα του που ήταν πια στη θέση τους, μες στα κόκαλά του, ολόκληρος, συμπαγής, απέναντί μου, με τη δική του φωνή, με την δική του υγρασία στα μάτια, με τα δάκρυα τα δικά του, όχι κάποιου ήρωα βιβλίου, όχι δανικά από κάποια χάρτινη λίμνη με τη χούφτα του που ψάρευε να ξεδιψάσουν τα μάτια του, τα μάγουλά του…ολόκληρος, απέναντί μου, ή αυτός ολόκληρος ή εγώ. Έτσι το έβλεπε λοιπόν;
»Όμως τον εαυτό του…όχι δεν μπόρεσε στο τέλος να τον ξεγελάσει. Τα χρόνια περνώντας ξεσφίχτηκε η μέγγενη που κρατούσε το σώμα του να μη σκορπίσει ύστερα από τη γέννηση της Αλίκης. Πατέρας καλός… ναι ήταν καλός πατέρας αυτά τα πρώτα χρόνια. Η Αλίκη…ακόμα κι αν δε ήθελες να το δεις σε ανάγκαζε εκείνη. Πάνω του κολλημένη, δεν τον άφηνε στιγμή από τα μάτια της, τα χέρια της τυλιγμένα όσο έφτανε γύρω από την πλάτη του κάθε φορά που έμπαινε στο σπίτι όμως… σαν με κοιτούσε εκείνος, ένα παράπονο ένιωθα, σαν να μου έλεγε, νίκησες, σαν να έφταιγα εγώ, το βλέμμα του ένιωθα να με καίει γεμάτο κατηγορίες. Και λίγο – λίγο, κάθε μέρα που πέρναγε γύριζε στις παλιές του συνήθειες, στους ψεύτικους ανθρώπους, σε ξένους ανθρώπους, που του αλλοιώνανε τη μορφή, που έσταζαν με στη φωνή του μυαλού του γράμματα γεμάτα ατσάλι, μες στο λαιμό του φωτιά ρέοντας, χιλιάδες εικόνες υγρές, θρύψαλα από πρόσωπα άγνωστων ανθρώπων, σπασμένες κραυγές, γέμιζαν τα σπλάχνα του γυαλιά, τον έκοβαν, πριόνια, τον ξεκάρφωναν, σκεπάρνια, αυτόν που μόλις είχε καταφέρει για λίγο να κάνει τα ξύλα του να μην τρίζουν.
»Πρόσωπο τραγικό…μη γίνεις Ν πρόσωπο τραγικό. Δίκιο έχεις, δίκιο, μα η ζωή πρέπει να συνεχίσει. Πρέπει να σε σκοτώσουν Ν, να ξεχάσουν την αδικία και να προχωρήσουν τη ζωή τους. Δεν την μπορούν την αδικία, όμως δεν θα σου σταθούν, θα σε αφήσουν να πεθάνεις. Να γυρίσουν σελίδα θέλουν Ν, να πάρουν σφουγγάρι και να σβήσουν τη μουτζούρα τη μαύρη. Να ξεχάσουν θέλουν, μόνο αυτό, και να είσαι σίγουρος πως τον νόμο τους αυτοί θα τον εφαρμόσουν. Ναι έχουν φυλάξει για σένα κάποια λόγια παρηγορητικά, τι άτυχος που ήταν, αυτό, τι δίκιο που είχε, όμως δεν θα γλιτώσεις Ν, δεν θα γλιτώσεις από τον νόμο τους, θα σε πιάσουν και θα σε καθαρίσουν Ν, τα άτιμα τα σκυλιά.  
»Έλα κοντά μου αγάπη μου, εδώ σε μένα, στην αγκαλιά μου μέσα όπως τότε, τα βράχια σου να μαλακώσουν, να λιώσει ο πάγος σου. Συγγνώμη που χάθηκαν τα λόγια μου, που έπαψα να μιλώ πια για σένα, που έπαψα να σου μιλώ, μα δεν ήξερα, χανόσουνα συνεχώς, μίκραινες κι εγώ νόμιζα…σε άφησα στον εαυτό σου, σε άφησα να κάνεις ό,τι θέλεις, να εξαφανίζεσαι, να ταξιδεύεις όπου θέλεις αν αυτό σε ευχαριστούσε, όσο κι αν πικραινόμουν, όσο και αν σε ζητούσα, στο τέλος…κι εγώ έφτιαξα μια ιστορία, μια ελπίδα ανάσταινα ότι μέσα σε τόση μοναξιά κάπου έχεις φυλάξει κάποια λόγια και για μένα, μια θέση στην ψυχή σου μέσα, στο σκοτάδι της σπηλιά σου κάποιος φως, μια σπίθα μικρή από ένα σύννεφο που άναβες και έβλεπες όλα τα όνειρα σου για τη ζωή, όλες τις απραγματοποίητες επιθυμίες σου, όμως κάποια παρηγοριά, στο σύννεφο μέσα στη σπηλιά, κάπου υπήρχα κι εγώ μέσα εκεί.
»Μια παρηγοριά για…μένα λοιπόν, να αντέχω τη σιωπή, τη δική σου σιωπή που σφράγισε το στόμα μου, γιατί…φταις Νι, φταις κι εσύ που έπαψα να μιλώ για σένα, που έσβησε το λύχνο των λέξεων που γέμιζαν το μυαλό μου με τη μορφή σου, που με έκαναν να…
»Σ΄ αγαπώ Νι, όπως την πρώτη φορά, πάντα θα σ’ αγαπάω, πάντα. Σε σκέφτομαι Νι, εσένα, μόνο κάθε στιγμή της μέρας, είμαι εδώ για σένα, μη φοβάσαι Νι, είμαι κοντά σου, δίπλα σου… 

Ένα ανθρώπινο φως
Μέσα από τη θάλασσα της μνήμης που ταξίδευε, τα μάτια της Αριάδνης είχαν μεγαλώσει πολύ, είχαν φουσκώσει σαν πανιά, είχαν γεμίσει υγρασία και απογεύματα με ήλιους που στάζαν αίμα. Ο Παύλος…ακολούθησε την Αριάδνη στο δρόμο της σιωπής. Ύστερα από αυτά που του είπε για τον Νίκο, σιωπή, την σκυτάλη πήρε το πρόσωπό της. Τα μάτια της…το απόγευμά τους συνόδευε μια ζεστή καλοκαιρινή βροχή, τα χείλη της, με κινήσεις αυτόματες, έσφιγγαν κι έπαιρναν ένα χρώμα σκούρο, μελανό, άνοιγαν κι ένα χαμόγελο χάραζε γεμάτο βότσαλα πικρά, τα χείλη της έπαιρναν ένα χρώμα κόκκινο ζωηρό.
Την άφησε μόνης της με το χορό του προσώπου της. Κοίταζε αμήχανα κάτω στο πάτωμα, στο τραπεζάκι επάνω που ήταν ο καφές του, έφερε την κούπα στο στόμα του να πιει μια γουλιά και τότε είδε…στα δάχτυλά του, στις άκρες τους, βρεγμένη άμμος θαλασσινή, αργά το βλέμμα του ακολουθώντας από τις άκρες ων δαχτύλων ως τον καρπό, άμμος πολύ, υγρασία, κι ένα φύκι ξερό που είχε ξεβράσει η θάλασσα με τον αέρα πάνω στην γραμμή της ζωής να κρύβει το μήκος της.
Ήταν…ήταν λοιπόν αυτός εκεί; Τόση ώρα ήταν δίπλα τους και άκουγε; Δεν μπορούσε να ξέρει. Αν δεν του μιλούσε εκείνος, αν δεν του έλεγε κάτι. Όχι τίποτα δεν άκουσε να του λέει και…δεν έκανε κάτι για να τον βρει, μόνο που θυμήθηκε…το βλέμμα του άστραψε σαν έφερε στο νου του τις φωτογραφίες της Αριάδνης και του Νίκου στο καθρέφτη του σαλονιού.
Εκείνη είχε τώρα ακουμπήσει τους αγκώνες της στα γόνατα της, το πρόσωπό της κρυμμένο πίσω από τα χέρια της. Ο Παύλος… σηκώθηκε από τον καναπέ, πλησίασε τον καθρέφτη, ακούμπησε το πρόσωπο του στον καθρέφτη, τα μάτια πάνω στο γυαλί σε κίνηση «σαρωτική». Μετά απομακρύνθηκε λίγο, είδε…το κενό στις φωτογραφίες το ίδιο όπως και πριν, όμως το φως, αυτό το φως που  έβγαινε τώρα μέσα από το κενό, σαν να ήταν αυτό το φλας που είχε ανάψει όταν τραβήχτηκαν τούτες οι φωτογραφίες, υπήρχε άραγε αυτό από πριν ή μήπως τώρα με την άμμο στα δάχτυλα του, με τη γεύση της θάλασσας στο στόμα καθώς έγλυφε μια λωρίδα της παλάμης του…ναι υπήρχε η θάλασσα, υπήρχε η άμμος, υπήρχαν τα λόγια της Αριάδνης, όλα αυτά που είπε για τον Νίκο, οπότε η πόρτα είχε ανοίξει, θα ερχόταν. Κι αν ήταν μες στο σπίτι τώρα, αν δεν ήταν, δεν είχε καμία σημασία. Ήταν ακόμα σκιά, ήταν αδύναμος, όμως η σκιά είχε πια φως.

Σαν συμπέρασμα κάτι
Έφυγε. Όχι όμως απότομα όπως είχε κάνει την πρώτη φορά. Έκατσε κάποια ώρα και μίλησε με την Αριάδνη για τον υποτιθέμενο φόνο της υποτιθέμενης συμμαθήτριάς της, της Ελένης Αλαμάνου. Εκείνη…είχε τώρα επιστρέψει πίσω στον ήρεμο εαυτό της, στις κινήσεις της τις αργές, τις ρομποτικές. Και δεν θυμόταν πια…πίσω από αυτήν την ηρεμία της κοιμόταν τώρα ο Νίκος, το όνομα του, αν έφτασε η Αριάδνη ως εκεί όμως…τόση πολύ σιωπή, δεν καταργείται έτσι εύκολα τόση σιωπή, όμως η πρώτη σταγόνα λάδι μες στις κλειδώσεις των ρομποτικών της κινήσεων είχε πια κυλήσει και λέξεις, λέξεις που τον εννοούσαν, που σε λίγο καιρό, δεν γίνεται θα γεμίζανε τούτο το σπίτι με την παρουσία ενός μικρού αγοριού, ενός νέου άντρα, ενός πατέρα, ενός συζύγου, θα γέμιζαν τα κενά στις φωτογραφίες του καθρέφτη.

Όλα θα έμπαιναν στη θέση τους, σκεφτόταν ο Παύλος καθώς περπατούσε τώρα μόνος του στο δρόμο. Και ήταν πια νύχτα, μια νύχτα γλυκιά, γεμάτη αρώματα ανθρώπων που περνούσαν από δίπλα του. Επιλεκτικά στα ρουθούνια του μύριζαν ωραία τούτοι οι άνθρωποι, μοιάζαν όμορφοι κάτω από τις λάμπες τις ηλεκτρικές που περπατούσαν, κάτω από τις πολύχρωμες επιγραφές των καταστημάτων. Αυτή η στιγμή…ήταν παρασυρμένος λοιπόν από μια αισιοδοξία πως η ιστορία του Νίκου και της Αριάδνης θα είχε τέλος καλό; Αν ήταν αλήθεια μια νεραϊδοιστορία…
Δεν είναι ποτέ αλήθεια. Μέχρι να φτάσεις στο τέλος, ακόμα κι αν η ζωή ξεδιπλώσει ένα τεράστιο χαμόγελο μπροστά στο παράθυρο, μέχρι τότε οι νεράιδες όλες θα έχουν πεθάνει όμως…αν μπορούσαν να νικήσουν ο Νίκος με την Αριάδνη το τίποτα, ακόμα και μια φιγούρα θολή, μαντεύοντας τα μάτια, μαντεύοντας το δέρμα και το πρόσωπο μέσα στο κενό των φωτογραφιών του καθρέφτη, η τρύπα, να γεμίσει αυτή η τρύπα, έστω και με το λίγο φως μιας σκιάς, να μη νιώθεις το κρύο της, να μην τη βλέπεις, να μην…

Η δική μου μνήμη
Πέρασε η έβδομα που είχαν συμφωνήσει με το Νίκο να τηλεφωνηθούν. Περίμενε πάνω από το ακουστικό. Περίμενε και την επόμενη μέρα, την όγδοη, και την επόμενη εβδομάδα. Οι μέρες περνούσαν, σταμάτησε να τις υπολογίζει σε βδομάδες, να τις βγάζει στρογγυλές. Το τηλέφωνο…δεν χτυπούσε, δεν χτύπησε. Δεν την άκουσε τη φωνή του Νίκου ξανά, δεν τον ξαναείδε. Έμεινε μόνος του, αυτός και η φαντασία του, οι σκέψεις που έρχονταν βαθιά από το μυαλό του και προσπαθούσε…προσπαθούσε να τις ελέγξει, να τις καθοδηγήσει, πως η Αριάδνη και Νίκος πάλευαν τώρα, ο καθένας μόνος του ίσως, όμως πάλευαν, το μυαλό τους ήταν συγκεντρωμένο στον ίδιο σκοπό, μια εικόνα πλάθανε και οι δύο κοινή, γεμίζανε τη μαύρη τρύπα με κάποιο λευκό πανί, βάφανε το πανί με το αίμα τους, με της ζωή τους τα χρώματα.
Αυτό πίστευε ο Παύλος, κι όσο περνούσε ο καιρός δυνάμωνε μέσα του τούτη η πίστη. Όπως και τώρα, δύο χρόνια μετά, ένα μεσημέρι Σαββάτου καλοκαιρινού, καθώς πληκτρολογούσε στον υπολογιστή ένα μήνυμα για να στείλει σε ένα κορίτσι που λεγότανε Ελένη. Και είχαν περάσει τόσα χρόνια, τόσοι βυθοί, τέτοια πίεση κάτω στο πάτο έσφιγγε το μυαλό του, ανεβαίνοντας τώρα λίγο - λίγο, με την αγωνία του αέρα που βλέπουν τα μάτια έξω από το νερό, όμως δεν φτάνεις, είναι ακόμα μακριά η επιφάνεια της θάλασσας, ο αέρας ο παλιός χτυπώντας τα φτερά του μες στα πνευμόνια, φουσκωμένα σάπια ξύλα, νερό, σίδερο, σκουριά από τον βυθό που έπαιρνε μαζί του καθώς ανέβαινε, αν φανεί, εκείνη, τόσα χρόνια κρυμμένη, πίσω από ένα πλήκτρο που τώρα πάτησε, έχασε τις ρυτίδες της καθώς άνοιγαν, έχασε τις ιδέες της που ξεθύμαναν, έχασε τους δίσκους και το πικάπ που τα πούλησε ή τα πέταξε, να κερδίσει τώρα…έστω και τώρα να ανοίξει μια καινούργια σελίδα, αισθήματα μέσα από τα παλιά καινούργια, ένας δρόμος για κάποια επικοινωνία, να είναι το σώμα της αληθινό, να φύγει το φάντασμα, να είναι η φωνή της αληθινή με το γρέζι του χρόνου, με την σιγουριά και τη δύναμη της μητρότητας ίσως, της κοινής ζωής με τον άντρα της, κάτι πάντως αληθινό, να κάνει παρέα στη φαντασία του, γιατί…όχι δεν θα φύγει η φαντασία, δεν πρέπει να φύγει, απλά θέλει να ξέρει, θέλει να δει τα σύνορα για να μπορεί να περιδιαβαίνει τους δρόμους της χωρίς να φοβάται, να υπάρχουν δρόμοι σκαμμένοι θέλει που να τον κρατάνε μέσα στην πορεία του, να υπάρχουν στεριές, αυτό, αυτό θέλει, μια…συμφιλίωση θέλει.